Ελληνικός Πολιτισμός, Μάχες

Η μάχη στην Τύρο, 332 π.Χ.


 

Διαβάστε τα γεγονότα της μάχης στην Ισσό, έτσι όπως τα κατέγραψε ο Αρριανός και ο Διόδωρος ο Σικελιώτης

 

Κάντε διπλό κλικ στον χάρτη με τις κατακτήσεις του Αλέξανδρου

 


Τα γεγονότα σύμφωνα με τον Αρριανό

ΑΡΡΙΑΝΟΥ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΑΝΑΒΑΣΙΣ, ΒΙΒΛΙΟ Β'

 

 

[2,7] Ἐκ Μαράθου δὲ ὁρμηθεὶς Βύβλον τε λαμβάνει ὁμολογίᾳ ἐνδοθεῖσαν καὶ Σιδῶνα αὐτῶν Σιδωνίων ἐπικαλεσαμένων κατὰ ἔχθος τὸ Περσῶν καὶ Δαρείου. ἐντεῦθεν δὲ προὐχώρει ὡς ἐπὶ Τύρον. καὶ ἐντυγχάνουσιν αὐτῷ κατὰ τὴν ὁδὸν πρέσβεις Τυρίων ἀπὸ τοῦ κοινοῦ ἐσταλμένοι ὡς ἐγνωκότων Τυρίων πράσσειν ὅ τι ἂν ἐπαγγέλλῃ Ἀλέξανδρος. ὁ δὲ τήν τε πόλιν ἐπαινέσας καὶ τοὺς πρέσβεις (καὶ γὰρ ἦσαν τῶν ἐπιφανῶν ἐν Τύρῳ οἵ τε ἄλλοι καὶ ὁ τοῦ βασιλέως τῶν Τυρίων παῖς. αὐτὸς δὲ ὁ βασιλεὺς Ἀζέμιλκος μετ' Αὐτοφραδάτου ἔπλει) ἐκέλευσεν ἐπανελθόντας φράσαι Τυρίοις, ὅτι ἐθέλοι παρελθὼν ἐς τὴν πόλιν θῦσαι τῷ Ἡρακλεῖ.

7. Κατόπιν ο Αλέξανδρος ξεκινώντας από τη Μάραθο κατέλαβε τη Βύβλο, που παραδόθηκε, και τη Σιδώνα μετά από πρόσκληση των ίδιων των Σιδωνίων, που μισούσαν τους Πέρσες και τον Δαρείο. Από εκεί, προχώρησε για την Τύρο. Στον δρόμο, τον πέτυχαν πρέσβεις των Τυρίων· τους είχαν στείλει οι συμπολίτες τους που αποφάσισαν να κάνουν ό,τι πει ο Αλέξανδρος. Αυτός επαίνεσε την πόλη και τους πρέσβεις (γιατί ήταν επιφανείς Τύριοι και ανάμεσά τους ο γιος του βασιλιά των Τυρίων, Αζέμιλκου, που ακολουθούσε τη θαλάσσια πορεία του Αυτοφραδάτη) και τους διέταξε να γυρίσουν πίσω και να πουν στους συμπολίτες τους ότι θα ήθελε να επισκεφτεί την Τύρο και να θυσιάσει στον Ηρακλή.

Ἔστι γὰρ ἐν Τύρῳ ἱερὸν Ἡρακλέους παλαιότατον ὧν μνήμη ἀνθρωπίνη διασώζεται, οὐ τοῦ Ἀργείου Ἡρακλέους τοῦ Ἀλκμήνης. πολλαῖς γὰρ γενεαῖς πρότερον τιμᾶται ἐν Τύρῳ Ἡρακλῆς ἢ Κάδμον ἐκ Φοινίκης ὁρμηθέντα Θήβας κατασχεῖν καὶ τὴν παῖδα Κάδμῳ τὴν Σεμέλην γενέσθαι, ἐξ ἧς καὶ ὁ τοῦ Διὸς Διόνυσος γίγνεται. [...] Τούτῳ τῷ Ἡρακλεῖ τῷ Τυρίῳ ἔφη ἐθέλειν θῦσαι Ἀλέξανδρος. ὡς δὲ ἀπηγγέλθη ταῦτα πρὸς τῶν πρέσβεων εἰς τὴν Τύρον, τὰ μὲν ἄλλα ἔδοξέ σφισι ποιεῖν ὅ τι περ ἐπαγγέλλοι Ἀλέξανδρος, ἐς δὲ τὴν πόλιν μήτε τινὰ Περσῶν μήτε Μακεδόνων δέχεσθαι, ὡς τοῦτο ἔς τε τὰ παρόντα τῷ λόγῳ εὐπρεπέστατον καὶ ἐς τοῦ πολέμου τὴν κρίσιν, ἄδηλον ἔτι οὖσαν, ἀσφαλέστατόν σφισι γνωσόμενοι. ὡς δὲ ἐξηγγέλθη Ἀλεξάνδρῳ τὰ ἐκ τῆς Τύρου, τοὺς μὲν πρέσβεις πρὸς ὀργὴν ὀπίσω ἀπέπεμψεν, αὐτὸς δὲ συναγαγὼν τούς τε ἑταίρους καὶ τοὺς ἡγεμόνας τῆς στρατιᾶς καὶ ταξιάρχας καὶ ἰλάρχας ἔλεξεν ὧδε.

Στην Τύρο υπάρχει το πιο παλιό ιερό του Ηρακλή που θυμούνται οι άνθρωποι, όχι όμως του Ηρακλή από το Άργος, του γιου της Αλκμήνης. Γιατί ο Ηρακλής τιμάται στην Τύρο πολλές γενιές πριν ξεκινήσει ο Κάδμος από τη Φοινίκη, χτίσει τη Θήβα και γεννήσει τη Σεμέλη, από την οποία γεννήθηκε ο γιος του Δία, ο Διόνυσος. [...] Ο Αλέξανδρος εννοούσε ότι ήθελε να θυσιάσει σ' αυτόν τον Ηρακλή, της Τύρου. Οι πρέσβεις ανακοίνωσαν αυτά στην πόλη τους· οι Τύριοι αποφάσισαν να ικανοποιήσουν όλες τις άλλες επιθυμίες του Αλέξανδρου, αλλά να μη δεχτούν ούτε κάποιο Πέρση, ούτε κάποιο Μακεδόνα στην πόλη. Τους φάνηκε ότι αυτή ήταν η καλύτερη απόφαση που θα μπορούσαν να πάρουν εκείνη τη στιγμή, που δεν είχε κριθεί ακόμα η τύχη του πολέμου. Μόλις ο Αλέξανδρος έμαθε τι είπαν οι Τύριοι, έστειλε πίσω τους πρέσβεις εξοργισμένος. Μετά κάλεσε σύσκεψη στην οποία πήραν μέρος οι σύντροφοί του, οι αρχηγοί της στρατιάς, οι αρχηγοί των ταγμάτων και οι ίλαρχοι και τους είπε τα ακόλουθα.

Ο λόγος του Αλεξάνδρου αρχή

φίλοι καὶ ξύμμαχοι, ἡμῖν οὔτε τὴν ἐπ' Αἰγύπτου πορείαν ἀσφαλῆ ὁρῶ θαλασσοκρατούντων Περσῶν, Δαρεῖόν τε διώκειν ὑπολειπομένους αὐτήν τε ὀπίσω τὴν τῶν Τυρίων πόλιν ἀμφίβολον καὶ Αἴγυπτον καὶ Κύπρον ἐχομένας πρὸς Περσῶν, οὐδὲ τοῦτο ἀσφα- λὲς ἔς τε τὰ ἄλλα καὶ μάλιστα δὴ ἐς τὰ Ἑλληνικὰ πράγματα, μή ποτε ἄρα ἐπικρατήσαντες αὖθις τῶν ἐπὶ θαλάσσῃ χωρίων οἱ Πέρσαι, προχωρησάντων ἡμῶν ξὺν τῇ δυνάμει ὡς ἐπὶ Βαβυλῶνά τε καὶ Δαρεῖον, αὐτοὶ ξὺν πλείονι στόλῳ μετ{αγ}άγοιεν τὸν πόλεμον ἐς τὴν Ἑλλάδα, Λακεδαιμονίων μὲν ἐκ τοῦ εὐθέος ἡμῖν πολεμούντων, τῆς δὲ Ἀθηναίων πόλεως φόβῳ μᾶλλόν τι ἢ εὐνοίᾳ τῇ πρὸς ἡμᾶς πρὸς τὸ παρὸν κατεχομένης. ἐξαιρεθείσης δὲ Τύρου ἥ τε Φοινίκη ἔχοιτο ἂν πᾶσα καὶ τὸ ναυτικὸν ὅπερ πλεῖστόν τε καὶ κράτιστον τοῦ Περσικοῦ, τὸ Φοινίκων, παρ' ἡμᾶς μεταχωρήσειν εἰκός. οὐ γὰρ ἀνέξονται οὔτε οἱ ἐρέται οὔθ' οἱ ἐπιβάται Φοίνικες ἐχομένων σφίσι τῶν πόλεων αὐτοὶ ὑπὲρ ἄλλων πλέοντες κινδυνεύειν. Κύπρος δὲ ἐπὶ τῷδε ἢ οὐ χαλεπῶς ἡμῖν προσχωρήσει ἢ ἐξ ἐπίπλου εὐμαρῶς ληφθήσεται. καὶ ταῖς τε ἐκ Μακεδονίας ναυσὶ καὶ ταῖς Φοινίσσαις πλεόντων ἡμῶν τὴν θάλασσαν καὶ Κύπρου ἅμα προσγενομένης θαλασσοκρατοῖμέν τε ἂν βεβαίως καὶ ὁ ἐς Αἴγυπτον στόλος εὐμαρῶς ἡμῖν ἐν ταὐτῷ γίγνεται. Αἴγυπτον δὲ παραστησαμένοις ὑπέρ τε τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς οἰκείας οὐδὲν ἔτι ὕποπτον ὑπολείπεται, τόν τε ἐπὶ Βαβυλῶνος στόλον μετὰ τοῦ ἐς τὰ οἴκοι ἀσφαλοῦς καὶ ξὺν μείζονι ἅμα ἀξιώσει ποιησόμεθα ἀποτετμημένοι τήν τε θάλασσαν Περσῶν ξύμπασαν καὶ τὴν ἐπὶ τάδε τοῦ Εὐφράτου γῆν.

"Φίλοι και σύμμαχοι, βλέπω ότι η πορεία μας προς την Αίγυπτο δεν είναι ασφαλής, όσο οι Πέρσες επικρατούν στη θάλασσα. Ούτε είναι ασφαλές να συνεχίσουμε την καταδίωξη του Δαρείου, όσο έχουμε πίσω μας την αφερέγγυα πόλη της Τύρου και οι Πέρσες κατέχουν την Κύπρο και την Αίγυπτο. Θα έχουμε προβλήματα κυρίως στην Ελλάδα. Αν οι Πέρσες επανακτήσουν την κυριαρχία των παραλίων, ενώ εμείς θα προχωρούμε εναντίον της Βαβυλώνας και του Δαρείου, θα μεταφέρουν με μεγαλύτερες δυνάμεις τον πόλεμο στην Ελλάδα. Εκεί από τη μια η Σπάρτη μας πολεμά ανοιχτά, από την άλλη την Αθήνα την ελέγχουμε προς το παρόν περισσότερο εξαιτίας του φόβου της και λιγότερο επειδή μας συμπαθεί. Αν όμως καταστρέψουμε την Τύρο, όχι μόνο θα επικρατήσουμε σε ολόκληρη τη Φοινίκη, αλλά και το πιο σημαντικό και πιο αξιόμαχο κομμάτι του περσικού ναυτικού, το φοινικικό, θα περάσει προφανώς στα χέρια μας. Γιατί οι Φοίνικες κωπηλάτες και ναύτες δε θα ανεχτούν όσο οι πόλεις τους είναι στα χέρια μας, να διακινδυνεύουν στη θάλασσα για άλλους. Μετά από αυτά και η Κύπρος θα περάσει εύκολα στο πλευρό μας, ή επίσης εύκολα θα καταληφθεί. Αν διασχίζουμε τη θάλασσα με τα φοινικικά και τα μακεδονικά πλοία και κατέχουμε την Κύπρο, θα είμαστε σίγουροι για την εκστρατεία μας στην Αίγυπτο. Κι αν πάρουμε την Αίγυπτο, δε θα υπάρχει λόγος να ανησυχούμε για όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα και στην ιδιαίτερη πατρίδα μας. Θα συνεχίσουμε την εκστρατεία προς τη Βαβυλώνα με τον τόπο μας ασφαλή, με μεγαλύτερο κύρος και έχοντας αποκόψει τους Πέρσες από τη θάλασσα και από όλη την περιοχή από αυτή την πλευρά του Ευφράτη".

Ταῦτα λέγων οὐ χαλεπῶς ἔπειθεν ἐπιχειρεῖν τῇ Τύρῳ. καί τι καὶ θεῖον ἀνέπειθεν αὐτόν, ὅτι ἐνύπνιον αὐτῆς ἐκείνης τῆς νυκτὸς ἐδόκει αὐτὸς μὲν τῷ τείχει προσάγειν τῶν Τυρίων, τὸν δὲ Ἡρακλέα δεξιοῦσθαί τε αὐτὸν καὶ ἀνάγειν ἐς τὴν πόλιν. καὶ τοῦτο ἐξηγεῖτο Ἀρίστανδρος ὡς ξὺν πόνῳ ἁλωσομένην τὴν Τύρον, ὅτι καὶ τὰ τοῦ Ἡρακλέους ἔργα ξὺν πόνῳ ἐγένετο. καὶ γὰρ καὶ μέγα ἔργον τῆς Τύρου ἡ πολιορκία ἐφαίνετο. νῆσός τε γὰρ αὐτοῖς ἡ πόλις ἦν καὶ τείχεσιν ὑψηλοῖς πάντῃ ὠχύρωτο.

Με αυτά τα λόγια τους έπεισε εύκολα να επιτεθούν στην Τύρο. Επηρεάστηκε μάλιστα και από ένα θεϊκό σημάδι· την ίδια εκείνη νύχτα, είδε όνειρο πως πλησίασε τα τείχη της Τύρου και ο ίδιος ο Ηρακλής τον δέχτηκε και τον οδήγησε στην πόλη. Ο Αρίστανδρος το εξήγησε λέγοντας ότι η Τύρος θα καταληφθεί με κόπο, γιατί και οι άθλοι του Ηρακλή με κόπο έγιναν. Φαινόταν πράγματι δύσκολη υπόθεση η πολιορκία της Τύρου. Η πόλη βρισκόταν πάνω σε νησί και κλεινόταν απ' όλες τις πλευρές με ψηλά τείχη.

Προσχωματικά έργα των Μακεδόνων και αντιδράσεις των Τύριων αρχή

καὶ τὰ ἀπὸ θαλάσσης πρὸς τῶν Τυρίων μᾶλλόν τι ἐν τῷ τότε ἐφαίνετο, τῶν τε Περσῶν ἔτι θαλασσοκρατούντων καὶ αὐτοῖς τοῖς Τυρίοις νεῶν ἔτι πολλῶν περιουσῶν. Ὡς δὲ ταῦτα ὅμως ἐκράτησε, χῶμα ἔγνω χωννύναι ἐκ τῆς ἠπείρου ὡς ἐπὶ τὴν πόλιν. ἔστι δὲ πορθμὸς τεναγώδης τὸ χωρίον καὶ τὰ μὲν πρὸς τῇ ἠπείρῳ τῆς θαλάσσης βραχέα καὶ πηλώδη αὐτοῦ, τὰ δὲ πρὸς αὐτῇ τῇ πόλει, ἵνα τὸ βαθύτατον τοῦ διάπλου, τριῶν μάλιστα ὀργυιῶν τὸ βάθος. ἀλλὰ λίθων τε πολλῶν ἀφθονία ἦν καὶ ὕλης, ἥντινα τοῖς λίθοις ἄνωθεν ἐπεφόρουν, χάρακές τε οὐ χαλεπῶς κατεπήγνυντο ἐν τῷ πηλῷ καὶ αὐτὸς ὁ πηλὸς ξύνδεσμος τοῖς λίθοις ἐς τὸ ἐπιμένειν ἐγίγνετο. καὶ προθυμία τῶν τε Μακεδόνων ἐς τὸ ἔργον καὶ Ἀλεξάνδρου πολλὴ ἦν παρόντος τε καὶ αὐτοῦ ἕκαστα ἐξηγουμένου καὶ τὰ μὲν λόγῳ ἐπαίροντος, τὰ δὲ καὶ χρήμασι τούς τι ἐκπρεπέστερον κατ' ἀρετὴν πονουμένους ἐπικουφίζοντος. ἀλλ' ἔστε μὲν τὸ πρὸς τῇ ἠπείρῳ ἐχώννυτο, οὐ χαλεπῶς προὐχώρει τὸ ἔργον, ἐπὶ βάθος τε ὀλίγον χωννύμενον καὶ οὐδενὸς ἐξείργοντος. ὡς δὲ τῷ τε βαθυτέρῳ ἤδη ἐπέλαζον καὶ ἅμα τῇ πόλει αὐτῇ ἐγγὺς ἐγίγνοντο, ἀπό τε τῶν τειχῶν ὑψηλῶν ὄντων βαλλόμενοι ἐκακοπάθουν, ἅτε καὶ ἐπ' ἐργασίᾳ μᾶλλόν τι ἢ ὡς ἐς μάχην ἀκριβῶς ἐσταλμένοι, καὶ ταῖς τριήρεσιν ἄλλῃ καὶ ἄλλῃ τοῦ χώματος ἐπιπλέοντες οἱ Τύριοι, ἅτε δὴ θαλασσοκρατοῦντες ἔτι, ἄπορον πολλαχῇ τὴν πρόσχωσιν τοῖς Μακεδόσιν ἐποίουν. καὶ οἱ Μακεδόνες πύργους ἐπ' ἄκρου τοῦ χώματος, ὅ τι περ προκεχωρήκει αὐτοῖς ἐπὶ πολὺ τῆς θαλάσσης, ἐπέστησαν δύο καὶ μηχανὰς ἐπὶ τοῖς πύργοις. προκαλύμματα δὲ δέρρεις καὶ διφθέραι αὐτοῖς ἦσαν, ὡς μήτε πυρφόροις βέλεσιν ἀπὸ τοῦ τείχους βάλλεσθαι, τοῖς τε ἐργαζομένοις προβολὴν ἐν τῷ αὐτῷ εἶναι πρὸς τὰ τοξεύματα. ἅμα τε ὅσοι προσπλέοντες τῶν Τυρίων ἔβλαπτον τοὺς χωννύντας, ἀπὸ τῶν πύργων βαλλόμενοι οὐ χαλεπῶς ἀνασταλήσεσθαι ἔμελλον.

Οι Τύριοι φαίνονταν να πλεονεκτούν στη θάλασσα, γιατί οι Πέρσες ήταν ακόμη τότε θαλασσοκράτορες και οι ίδιοι είχαν πολλά πλοία. Όταν όμως επικράτησε η γνώμη του Αλέξανδρου, αποφάσισε να κλείσει με χώμα τη θάλασσα φτιάχνοντας ένα πέρασμα από τη στεριά στην πόλη. Το πέρασμα ήταν ένας ελώδης πορθμός. Από τη μεριά της στεριάς τα νερά ήταν ρηχά και αμμουδερά. Από την πλευρά του νησιού βρισκόταν το βαθύτερο σημείο, γύρω στις τρεις οργιές. Υπήρχαν όμως άφθονες πέτρες και ξύλα που τα τοποθέτησαν πάνω στις πέτρες. Έφτιαξαν εύκολα ράβδους από πηλό και τις χρησιμοποίησαν ως συνδέσμους, για να στερεώσουν τα ξύλα. Οι Μακεδόνες δούλευαν με πολλή προθυμία. Το ίδιο και ο Αλέξανδρος που βρισκόταν εκεί, έδινε ο ίδιος για το κάθε τι οδηγίες, τους ενέπνεε με τα λόγια του και ενθάρρυνε με δωρεές αυτούς που δούλευαν ξεπερνώντας τις δυνάμεις τους. Όσο η πρόσχωση βρισκόταν κοντά στη στεριά, το έργο προχωρούσε εύκολα, γιατί τα νερά ήταν ρηχά και δεν υπήρχε κανένα εμπόδιο. Όταν όμως πλησίασαν στα βαθιά (και, βέβαια, πιο κοντά στην πόλη) βάλλονταν από τα τείχη και είχαν απώλειες· εξάλλου, δεν είχαν προετοιμαστεί για να πολεμήσουν, αλλά για να δουλέψουν. Μετά, οι Τύριοι έπλεαν με τις τριήρεις τους γύρω από την πρόσχωση (ήταν πολύ δυνατοί στη θάλασσα) και έκαναν αδύνατο το χτίσιμο για τους Μακεδόνες. Αυτοί πάλι, έστησαν δύο πύργους στην άκρη του μόλου, που είχε ήδη προχωρήσει αρκετά μέσα στη θάλασσα και τοποθέτησαν εκεί πολιορκητικές μηχανές. Έβαλαν μπροστά τους δερμάτινα παραπετάσματα, για να προστατέψουν τους πύργους από τα πυρφόρα βέλη που έρχονταν από το τείχος, αλλά και τους εργαζόμενους από τις βολές. Συγχρόνως, όσοι Τύριοι προσπαθούσαν να χτυπήσουν αυτούς που έκαναν την πρόσχωση από τη θάλασσα, θα βάλλονταν από τους πύργους και θα αποκρούονταν εύκολα.

[2,71] Οἱ δὲ Τύριοι πρὸς ταῦτα ἀντιμηχανῶνται τοιόνδε. ναῦν ἱππαγωγὸν κλημάτων τε ξηρῶν καὶ ἄλλης ὕλης εὐφλέκτου ἐμπλήσαντες δύο ἱστοὺς ἐπὶ τῇ πρώρᾳ καταπηγνύουσι καὶ ἐν κύκλῳ περιφράσσουσιν ἐς ὅσον μακρότατον, ὡς φορυτόν τε ταύτῃ καὶ δᾷδας ὅσας πλείστας δέξασθαι. πρὸς δὲ πίσσαν τε καὶ θεῖον καὶ ὅσα ἄλλα ἐς τὸ παρακαλέσαι μεγάλην φλόγα ἐπὶ ταύτῃ ἐπεφόρησαν. παρέτειναν δὲ καὶ κεραίαν διπλῆν ἐπὶ τοῖς ἱστοῖς ἀμφοτέροις, καὶ ἀπὸ ταύτης ἐξήρτησαν ἐν λέβησιν ὅσα ἐπιχυθέντα ἢ ἐπιβληθέντα ἐπὶ μέγα τὴν φλόγα ἐξάψειν ἔμελλεν, ἕρματά τε ἐς τὴν πρύμναν ἐνέθεσαν, τοῦ ἐξᾶραι ἐς ὕψος τὴν πρῶραν πιεζομένης κατὰ πρύμναν τῆς νεώς. ἔπειτα ἄνεμον τηρήσαντες ὡς ἐπὶ τὸ χῶμα ἐπιφέροντα ἐξάψαντες τριήρεσι τὴν ναῦν κατ' οὐρὰν εἷλκον. ὡς δὲ ἐπέλαζον ἤδη τῷ τε χώματι καὶ τοῖς πύργοις, πῦρ ἐμβαλόντες ἐς τὴν ὕλην καὶ ὡς βιαιότατα ἅμα ταῖς τριήρεσιν ἐπανελκύσαντες τὴν ναῦν ἐνσείουσιν ἄκρῳ τῷ χώματι. αὐτοὶ δὲ οἱ ἐν τῇ νηὶ καιομένῃ ἤδη ἐξενήξαντο οὐ χαλεπῶς. καὶ ἐν τούτῳ ἥ τε φλὸξ πολλὴ ἐνέπιπτε τοῖς πύργοις καὶ αἱ κεραῖαι περικλασθεῖσαι ἐξέχεαν ἐς τὸ πῦρ ὅσα ἐς ἔξαψιν τῆς φλογὸς παρεσκευασμένα ἦν. οἱ δ' ἀπὸ τῶν τριήρων πλησίον τοῦ χώματος ἀνακωχεύοντες ἐτόξευον ἐς τοὺς πύργους, ὡς μὴ ἀσφαλὲς εἶναι πελάσαι ὅσοι σβεστήριόν τι τῇ φλογὶ ἐπέφερον. καὶ ἐν τούτῳ κατεχομένων ἤδη ἐκ τοῦ πυρὸς τῶν πύργων ἐκδραμόντες ἐκ τῆς πόλεως πολλοὶ καὶ ἐς κελήτια ἐμβάντες ἄλλῃ καὶ ἄλλῃ ἐποκείλαντες τοῦ χώματος τόν τε χάρακα οὐ χαλεπῶς διέσπασαν τὸν πρὸ αὐτοῦ προβεβλημένον καὶ τὰς μηχανὰς ξυμπάσας κατέφλεξαν, ὅσας μὴ τὸ ἀπὸ τῆς νεὼς πῦρ ἐπέσχεν. Ἀλέξανδρος δὲ τό τε χῶμα ἀπὸ τῆς ἠπείρου ἀρξαμένους πλατύτερον χωννύναι, ὡς πλείονας δέξασθαι πύργους, καὶ τοὺς μηχανοποιοὺς μηχανὰς ἄλλας κατασκευάζειν ἐκέλευσεν. ὡς δὲ ταῦτα παρεσκευάζετο, αὐτὸς τούς τε ὑπασπιστὰς ἀναλαβὼν καὶ τοὺς Ἀγριᾶνας ἐπὶ Σιδῶνος ἐστάλη, ὡς ἀθροίσων ἐκεῖ ὅσαι ἤδη ἦσαν αὐτῷ τριήρεις, ὅτι ἀπορώτερα τὰ τῆς πολιορκίας ἐφαίνετο θαλασσοκρατούντων τῶν Τυρίων.

71. Οι Τύριοι, για να απαντήσουν σ’ αυτό, σκαρφίστηκαν τα ακόλουθα· γέμισαν ένα πλοίο που μετέφερε άλογα με ξερά κλήματα και άλλα εύφλεκτα ξύλα. Έμπηξαν στην πλώρη του δυο κοντάρια και το περιφράξανε κυκλικά, σε όσο μεγαλύτερο μήκος μπορούσαν, ώστε να έχει τη δυνατότητα να μεταφέρει μεγάλο αριθμό από δάδες. Τέλος, γέμισαν με πίσσα, θειάφι και οτιδήποτε άλλο μπορούσε να προκαλέσει μεγάλη πυρκαγιά. Τοποθέτησαν και στα δύο κοντάρια διπλή κεραία και κρέμασαν εκεί καζάνια γεμάτα με υλικά που θα έκαναν τη φωτιά να φουντώσει, αν χύνονταν ή πετάγονταν επάνω της. Έβαλαν σαβούρα στην πρύμνη, ώστε να πιεστεί και να σηκωθεί ψηλά η πλώρη. Περίμεναν να φυσήξει άνεμος προς τον μόλο και με συνοδεία τριήρων, έριξαν το πλοίο στο νερό. Μόλις πλησίασαν την πρόσχωση και τους πύργους, έβαλαν φωτιά στα ξύλα, τράβηξαν το πλοίο με τις τριήρεις όσο πιο δυνατά μπορούσαν και το κόλλησαν στην άκρη της πρόσχωσης. Το πλήρωμα του καραβιού, που ήδη καιγόταν, έπεσε χωρίς προβλήματα στη θάλασσα. Οι πύργοι πήραν φωτιά, οι κεραίες έσπασαν και όλα τα εύφλεκτα υλικά χύθηκαν. Τα πληρώματα των τριήρων πήραν θέση κοντά στον μόλο και έριχναν με τα τόξα στους πύργους, για να εμποδίσουν όποιον πλησίαζε να σβήσει τη φωτιά. Και ενώ ήδη οι πύργοι καίγονταν, πολλοί από την πόλη έκαναν έξοδο, μπήκαν σε βαρκάκια, πλησίασαν απ’ όλες τις πλευρές την πρόσχωση, κατέστρεψαν εύκολα το χαράκωμα που την προστάτευε και έκαψαν όλες τις πολιορκητικές μηχανές που δεν είχαν πάρει φωτιά από το πυρπολικό πλοίο. Ο Αλέξανδρος όμως διέταξε να διαπλατυνθεί η πρόσχωση από τη μεριά της στεριάς, για να χωρούν περισσότεροι πύργοι και να κατασκευάσουν οι μηχανοποιοί του άλλες πολιορκητικές μηχανές. Ενώ γίνονταν αυτές οι προετοιμασίες ο Αλέξανδρος πήρε τους υπασπιστές και τους Αγριάνες και πήγε στη Σιδώνα, για να συγκεντρώσει τις τριήρεις που είχε ήδη εκεί. Έκρινε πως η πολιορκία θα ήταν δυσκολότερη, όσο οι Τύριοι επικρατούσαν στη Θάλασσα.

Ἐν τούτῳ δὲ Γηρόστρατός τε ὁ Ἀράδου βασιλεὺς καὶ Ἔνυλος ὁ Βύβλου ὡς ἔμαθον τὰς πόλεις σφῶν ὑπ' Ἀλεξάνδρου ἐχομένας, ἀπολιπόντες Αὐτοφραδάτην τε καὶ τὰς ξὺν αὐτῷ νέας παρ' Ἀλέξανδρον ξὺν τῷ ναυτικῷ τῷ σφετέρῳ ἀφίκοντο καὶ αἱ τῶν Σιδωνίων τριήρεις σὺν αὐτοῖς, ὥστε Φοινίκων μὲν νῆες ὀγδοήκοντα μάλιστα αὐτῷ παρεγένοντο. ἧκον δὲ ἐν ταῖς αὐταῖς ἡμέραις καὶ ἐκ Ῥόδου τριήρεις ἥ τε περίπολος καλουμένη καὶ ξὺν ταύτῃ ἄλλαι ἐννέα, καὶ ἐκ Σόλων καὶ Μαλλοῦ τρεῖς καὶ Λύκιαι δέκα, ἐκ Μακεδονίας δὲ πεντηκόντορος, ἐφ' ἧς Πρωτέας ὁ Ἀνδρονίκου ἐπέπλει. οὐ πολλῷ δὲ ὕστερον καὶ οἱ τῆς Κύπρου βασιλεῖς ἐς τὴν Σιδῶνα κατέσχον ναυσὶν ἑκατὸν μάλιστα καὶ εἴκοσιν, ἐπειδὴ τήν τε ἧσσαν τὴν κατ' Ἰσσὸν Δαρείου ἐπύθοντο καὶ ἡ Φοινίκη πᾶσα ἐχομένη ἤδη ὑπὸ Ἀλεξάνδρου ἐφόβει αὐτούς. καὶ τούτοις πᾶσιν ἔδωκεν Ἀλέξανδρος ἄδειαν τῶν πρόσθεν, ὅτι ὑπ' ἀνάγκης μᾶλλόν τι ἢ κατὰ γνώμην τὴν σφῶν ἐδόκουν ξυνταχθῆναι τοῖς Πέρσαις ἐς τὸ ναυτικόν.

Στο μεταξύ, ο Γηρόστρατος, ο βασιλιάς της Αράδου, και ο Ένυλος, ο βασιλιάς της Βύβλου, έμαθαν ότι οι πόλεις τους έχουν καταληφθεί από τον Αλέξανδρο· εγκατέλειψαν λοιπόν τον Αυτοφραδάτη και τα πλοία του και ένωσαν τη ναυτική τους δύναμη με τον στόλο του Αλέξανδρου· τους ακολούθησαν και οι τριήρεις των Σιδωνίων Έτσι, γύρω στα ογδόντα φοινικικά πλοία πέρασαν με το μέρος του Αλέξανδρου. Τις ίδιες μέρες έφτασαν από τη Ρόδο εννέα τριήρεις, μαζί με το πλοίο που ονομαζόταν Περίπολος, τρεις από τους Σόλους και τον Μαλλό, δέκα από τη Λυκία και μια πεντηκόντορος από τη Μακεδονία, με καπετάνιο τον Πρωτέα, τον γιο του Ανδρόνικου. Λίγο αργότερα έφτασαν στη Σιδώνα και οι βασιλείς της Κύπρου, με εκατόν είκοσι πλοία περίπου· γιατί φοβήθηκαν επειδή έμαθαν την ήττα στην Ισσό και την κατάληψη όλης της Φοινίκης από τον Αλέξανδρο. Όλους αυτούς ο Αλέξανδρος τους συγχώρεσε για την προηγούμενη στάση τους. Φαινόταν ότι περισσότερο εξαναγκάστηκαν παρά συμφώνησαν να ενταχθούν στο περσικό ναυτικό.

Ἐν ᾧ δὲ αἵ τε μηχαναὶ αὐτῷ ξυνεπήγνυντο καὶ αἱ νῆες ὡς εἰς ἐπίπλουν τε καὶ ναυμαχίας ἀπόπειραν ἐξηρτύοντο, ἐν τούτῳ δὲ ἀναλαβὼν τῶν τε ἱππέων ἴλας ἔστιν ἃς καὶ τοὺς ὑπασπιστὰς καὶ τοὺς Ἀγριᾶνάς τε καὶ τοὺς τοξότας ἐπ' Ἀραβίας στέλλεται εἰς τὸν Ἀντιλίβανον καλούμενον τὸ ὄρος. καὶ τὰ μὲν βίᾳ τῶν ταύτῃ ἐξελών, τὰ δὲ ὁμολογίᾳ παραστησάμενος ἐν δέκα ἡμέραις ἐπανῆγεν ἐς τὴν Σιδῶνα, καὶ καταλαμβάνει Κλέανδρον τὸν Πολεμοκράτους ἐκ Πελοποννήσου ἥκοντα καὶ ξὺν αὐτῷ μισθοφόρους Ἕλληνας ἐς τετρακισχιλίους.

Όλο αυτό το διάστημα οι μηχανές συναρμολογούνταν και τα καράβια ετοιμάζονταν για νηοπομπή και ναυμαχία Ο ίδιος ο Αλέξανδρος πήρε μερικές ίλες ιππικού, τους υπασπιστές, τους τοξότες και τους Αγριάνες και κατευθύνθηκε προς την Αραβία και το βουνό, που ονομάζεται Αντιλίβανο. Ανάγκασε τις φυλές που κατοικούσαν εκεί να συνθηκολογήσουν μαζί του με τη βία, ή επιβάλλοντας όρους. Μέσα σε δέκα μέρες ξαναγύρισε στη Σιδώνα και βρήκε εκεί τον Κλέανδρο, τον γιο του Πολεμοκράτη, που είχε έρθει από την Πελοπόννησο, με τέσσερις χιλιάδες περίπου Έλληνες μισθοφόρους.

Ετοιμασίες για ναυμαχία αρχή

Ὡς δὲ συνετέτακτο αὐτῷ τὸ ναυτικόν, ἐπιβιβάσας τοῖς καταστρώμασι τῶν ὑπασπιστῶν ὅσοι ἱκανοὶ ἐδόκουν ἐς τὸ ἔργον, εἰ μὴ διέκπλοις μᾶλλόν τι ἢ ἐν χερσὶν ἡ ναυμαχία γίγνοιτο, ἄρας ἐκ τῆς Σιδῶνος ἐπέπλει τῇ Τύρῳ ξυντεταγμέναις ταῖς ναυσίν, αὐτὸς μὲν κατὰ τὸ δεξιὸν κέρας, ὃ δὴ ἐς τὸ πέλαγος αὐτῷ ἀνεῖχε, καὶ ξὺν αὐτῷ οἵ τε Κυπρίων βασιλεῖς καὶ ὅσοι Φοινίκων, πλὴν Πνυταγόρου. οὗτος δὲ καὶ Κρατερὸς τὸ εὐώνυμον κέρας εἶχον τῆς πάσης τάξεως. τοῖς δὲ Τυρίοις πρότερον μὲν ναυμαχεῖν ἐγνωσμένον ἦν, εἰ κατὰ θάλασσαν ἐπιπλέοι σφίσιν Ἀλέξανδρος, τότε δὲ πλῆθος νεῶν πολὺ ἀπροσδοκήτως κατιδόντες (οὐ γάρ πω πεπυσμένοι ἦσαν τάς τε Κυπρίων ναῦς καὶ τὰς Φοινίκων ξυμπάσας Ἀλέξανδρον ἔχοντα) καὶ ἅμα ξυντεταγμένως τοῦ ἐπίπλου γιγνομένου (ὀλίγον γὰρ πρὶν προσχεῖν τῇ πόλει ἀνεκώχευσαν ἔτι πελάγιαι αἱ ξὺν Ἀλεξάνδρῳ νῆες, εἴ πως ἄρα ἐς ναυμαχίαν τοὺς Τυρίους προκαλέσαιντο, ἔπειτα οὕτως ξυνταξάμενοι, ὡς οὐκ ἀντανήγοντο, πολλῷ τῷ ῥοθίῳ ἐπέπλεον)_ταῦτα ὁρῶντες οἱ Τύριοι ναυμαχεῖν μὲν ἀπέγνωσαν, τριήρεσι δὲ ὅσας τῶν λιμένων τὰ στόματα ἐδέχοντο βύζην τὸν ἔσπλουν φραξάμενοι ἐφύλασσον, ὡς μὴ ἐς τῶν λιμένων τινὰ ἐγκαθορμισθῆναι τῶν πολεμίων τὸν στόλον.

Μόλις συγκεντρώθηκε ο στόλος, ο Αλέξανδρος επιβίβασε στα πλοία όσους υπασπιστές φαίνονταν ικανοί γι’ αυτό το έργο, για την περίπτωση δηλαδή που η σύγκρουση θα εξελισσόταν σε μάχη σώμα με σώμα και όχι σε απόπειρα διάσπασης της παράταξης των πλοίων, και απέπλευσε από τη Σιδώνα εναντίον της Τύρου με τα πλοία παραταγμένα. Ο ίδιος βρισκόταν στη δεξιά παράταξη, που έβλεπε προς την ανοιχτή θάλασσα και είχε μαζί του τους βασιλείς των Κυπρίων και όλους τους Φοίνικες, εκτός από τον Πνυταγόρα. Αυτός, μαζί με τον Κρατερό, διοικούσαν ολόκληρη την αριστερή παράταξη. Οι Τύριοι εν τω μεταξύ είχαν αποφασίσει από πριν να ναυμαχήσουν, αν ο Αλέξανδρος τους επιτεθεί από τη θάλασσα. Δεν είχαν μάθει ακόμη ότι ο Αλέξανδρος είχε πάρει με το μέρος του τα κυπριακά και όλα τα φοινικικά πλοία. Τα πλοία του Αλέξανδρου τώρα, λίγο πριν πλησιάσουν την πόλη κι ενώ βρίσκονταν ακόμη μεσοπέλαγα, πήραν τέτοια θέση, ώστε να προκαλέσουν τους Τύριους σε ναυμαχία και, χωρίς να ξαναμπούν στην κανονική τους σειρά, προχωρούσαν χτυπώντας δυνατά τα κουπιά στα κύματα. Μόλις λοιπόν οι Τύριοι είδαν το απρόσμενα μεγάλο πλήθος των καραβιών και την παράταξή τους, αποφάσισαν τελικά να μη ναυμαχήσουν. Χρησιμοποίησαν όσες από τις τριήρεις τους χωρούσαν στο στόμιο των λιμανιών τους, για να τα φράξουν και να μην μπορέσει ο εχθρικός στόλος να προσορμιστεί σε κανένα από αυτά.

Ἀλέξανδρος δέ, ὡς οὐκ ἀντανήγοντο οἱ Τύριοι, ἐπέπλει τῇ πόλει. καὶ ἐς μὲν τὸν λιμένα τὸν πρὸς Σιδῶνος βιάζεσθαι ἀπέγνω διὰ στενότητα τοῦ στόματος καὶ ἅμα ἀντιπρώροις τριήρεσι πολλαῖς ὁρῶν πε- φραγμένον τὸν ἔσπλουν, τρεῖς δὲ τὰς ἐξωτάτω ἐφορμούσας τῷ στόματι τριήρεις προσπεσόντες οἱ Φοίνικες καὶ ἀντίπρωροι ἐμβαλόντες καταδύουσιν. οἱ δὲ ἐν ταῖς ναυσὶν οὐ χαλεπῶς ἀπενήξαντο ἐς τὴν γῆν φιλίαν οὖσαν. τότε μὲν δὴ οὐ πόρρω τοῦ ποιητοῦ χώματος κατὰ τὸν αἰγιαλόν, ἵνα σκέπη τῶν ἀνέμων ἐφαίνετο, οἱ σὺν Ἀλεξάνδρῳ ὡρμίσαντο. τῇ δὲ ὑστεραίᾳ τοὺς μὲν Κυπρίους ξὺν ταῖς σφετέραις ναυσὶ καὶ Ἀνδρομάχῳ τῷ ναυάρχῳ κατὰ τὸν λιμένα τὸν ἐκ Σιδῶνος φέροντα ἐκέλευσεν ἐφορμεῖν τῇ πόλει, τοὺς δὲ Φοίνικας κατὰ τὸν ἐπέκεινα τοῦ χώματος τὸν πρὸς Αἴγυπτον ἀνέχοντα, ἵνα καὶ αὐτῷ ἡ σκηνὴ ἦν.

Όταν ο Αλέξανδρος είδε ότι οι Τύριοι δεν πολεμούν, έπλευσε εναντίον της πόλης. Αποφάσισε να μην προσπαθήσει να μπει στο λιμάνι, που βρισκόταν προς το μέρος της Σιδώνας, γιατί το στόμιο ήταν στενό και η είσοδος φραγμένη από πολλές τριήρεις με την πλώρη προς τα έξω. Οι Φοίνικες εμβόλισαν στην πλώρη τρία καράβια από αυτά που βρίσκονταν έξω και τα βύθισαν. Τα πληρώματα κολύμπησαν εύκολα μέχρι τη φιλική στεριά. Τότε, τα πλοία του Αλέξανδρου άραξαν στην παραλία, κοντά στην τεχνητή πρόσχωση, όπου το μέρος έδειχνε απάνεμο. Την επόμενη μέρα, ο Αλέξανδρος διέταξε τον Κύπριο ναύαρχο Ανδρόμαχο να επιτεθεί με τα καράβια του στην πόλη από το λιμάνι που βρισκόταν προς το μέρος της Σιδώνας. Διέταξε επίσης τους Φοίνικες να επιτεθούν προς το λιμάνι που βρισκόταν από την άλλη πλευρά της πρόσχωσης, προς την Αίγυπτο, όπου βρισκόταν και η σκηνή του.

Η πολιορκία αρχή

Ἤδη δὲ καὶ μηχανοποιῶν αὐτῷ πολλῶν ἔκ τε Κύπρου καὶ Φοινίκης ἁπάσης συλλελεγμένων μηχαναὶ πολλαὶ συμπεπηγμέναι ἦσαν, αἱ μὲν ἐπὶ τοῦ χώματος, αἱ δὲ ἐπὶ τῶν ἱππαγωγῶν νεῶν, ἃς ἐκ Σιδῶνος ἅμα οἷ ἐκόμισεν, αἱ δὲ ἐπὶ τῶν τριήρων ὅσαι αὐτῶν οὐ ταχυναυτοῦσαι ἦσαν. ὡς δὲ παρεσκεύαστο ἤδη ξύμπαντα, προσῆγον τὰς μηχανὰς κατά τε τὸ ποιητὸν χῶμα καὶ ἀπὸ τῶν νεῶν ἄλλῃ καὶ ἄλλῃ τοῦ τείχους προσορμιζομένων τε καὶ ἀποπειρωμένων τοῦ τείχους.

Καθώς ο Αλέξανδρος είχε συγκεντρώσει πολλούς μηχανοποιούς από τη Φοινίκη και την Κύπρο, ήταν έτοιμες πολλές μηχανές. Άλλες βρίσκονταν πάνω στον μόλο και άλλες στα καράβια που μετέφεραν το ιππικό. Άλλες τις είχε φέρει μαζί του από τη Σιδώνα και άλλες βρίσκονταν στα πιο αργοτάξιδα πλοία. Μόλις ετοιμάστηκαν τα πάντα, κατέβασαν τις μηχανές από την τεχνητή πρόσχωση. Εκείνες που βρίσκονταν πάνω σε πλοία αραγμένα σε διαφορετικά σημεία του τείχους, στράφηκαν να το χτυπήσουν.

Οἱ δὲ Τύριοι ἐπί τε τῶν ἐπάλξεων τῶν κατὰ τὸ χῶμα πύργους ξυλίνους ἐπέστησαν, ὡς ἀπομάχεσθαι ἀπ' αὐτῶν, καὶ εἴ πῃ ἄλλῃ αἱ μηχαναὶ προσήγοντο, βέλεσί τε ἠμύνοντο καὶ πυρφόροις οἰστοῖς ἔβαλλον αὐτὰς τὰς ναῦς, ὥστε φόβον παρέχειν τοῖς Μακεδόσι πελάζειν τῷ τείχει. ἦν δὲ αὐτοῖς καὶ τὰ τείχη τὰ κατὰ τὸ χῶμα τό τε ὕψος εἰς πεντήκοντα καὶ ἑκατὸν μάλιστα πόδας καὶ ἐς πλάτος ξύμμετρον λίθοις μεγάλοις ἐν γύψῳ κειμένοις ξυμπεπηγότα. ταῖς δὲ ἱππαγωγοῖς τε καὶ ταῖς τριήρεσι τῶν Μακεδόνων, ὅσαι τὰς μηχανὰς προσῆγον τῷ τείχει, καὶ ταύτῃ οὐκ εὔπορον ἐγίγνετο πελάζειν τῇ πόλει, ὅτι λίθοι πολλοὶ ἐς τὸ πέλαγος προβεβλημένοι ἐξεῖργον αὐτῶν τὴν ἐγγὺς προσβολήν. καὶ τούτους Ἀλέξανδρος ἔγνω ἐξελκύσαι ἐκ τῆς θαλάσσης. ἠνύετο δὲ χαλεπῶς τοῦτο τὸ ἔργον, οἷα δὴ ἀπὸ νεῶν καὶ οὐκ ἀπὸ γῆς βεβαίου γιγνόμενον. ἄλλως τε καὶ οἱ Τύριοι ναῦς καταφράξαντες παρὰ τὰς ἀγκύρας ἐπῆγον τῶν τριήρων καὶ ὑποτέμνοντες τὰς σχοίνους τῶν ἀγκυρῶν ἄπορον τὴν προσόρμισιν ταῖς πολεμίαις ναυσὶν ἐποίουν. Ἀλέξανδρος δὲ τριακοντόρους πολλὰς ἐς τὸν αὐτὸν τρόπον φράξας ἐπέστησεν ἐγκαρσίας πρὸ τῶν ἀγκυρῶν, ὡς ἀπ' αὐτῶν ἀναστέλλεσθαι τὸν ἐπίπλουν τῶν νεῶν. ἀλλὰ καὶ ὣς ὕφαλοι κολυμβηταὶ τὰς σχοίνους αὐτοῖς ὑπέτεμνον. οἱ δὲ ἁλύσεσιν ἀντὶ σχοίνων εἰς τὰς ἀγκύρας χρώμενοι, οἱ Μακεδόνες, καθίεσαν, ὥστε μηδὲν ἔτι πλέον τοῖς κολυμβηταῖς γίγνεσθαι. ἐξάπτοντες οὖν βρόχους τῶν λίθων ἀπὸ τοῦ χώματος ἀνέσπων αὐτοὺς ἔξω τῆς θαλάσσης, ἔπειτα μηχαναῖς μετεωρίσαντες κατὰ βάθους ἀφίεσαν, ἵνα οὐκέτι προβεβλημένοι βλάψειν ἔμελλον. ὅπου δὲ καθαρὸν πεποίητο τῶν προβόλων τὸ τεῖχος, οὐ χαλεπῶς ἤδη ταύτῃ αἱ νῆες προσεῖχον.

Οι Τύριοι έστησαν πύργους στις επάλξεις που βρίσκονταν προς τον μόλο, για να αμύνονται από κει. Σ’ όποιο άλλο σημείο πλησίαζαν οι μηχανές αμύνονταν με τοξεύματα και πυρφόρα βέλη, ώστε οι Μακεδόνες να φοβηθούν να πλησιάσουν το τείχος. Τα τείχη της Τύρου ήταν φτιαγμένα με μεγάλες πέτρες συγκολλημένες με γύψο. Στο σημείο που βρισκόταν ο μόλος, είχαν ύψος γύρω στα εκατόν πενήντα πόδια και ανάλογο πλάτος. Τα ιππαγωγά πλοία και οι τριήρεις των Μακεδόνων που έφερναν τις μηχανές κοντά στο τείχος δεν μπορούσαν να πλησιάσουν την πόλη σ’ αυτό το σημείο. Τους εμπόδιζαν να έρθουν κοντά, ρίχνοντας στη θάλασσα μεγάλες πέτρες από τα τείχη. Ο Αλέξανδρος αποφάσισε να βγάλει τις πέτρες από τη θάλασσα· δύσκολη επιχείρηση, γιατί γινόταν από τα καράβια και όχι από στέρεο έδαφος. Εξάλλου, οι Τύριοι προστάτευαν τα πλοία τους, έκοβαν τα σκοινιά των αγκύρων των ελληνικών πλοίων και έκαναν αδύνατη την προσόρμισή τους. Ο Αλέξανδρος προστάτεψε με τον ίδιο τρόπο πολλές τριακοντόρους  τοποθετώντας τις λοξά, μπροστά από τις άγκυρες, ώστε να αποκρούεται η επίθεση των εχθρικών πλοίων. Αλλά και έτσι έκοβαν τα σκοινιά δύτες. Τότε, οι Μακεδόνες χρησιμοποίησαν αλυσίδες, αντί για σκοινιά στις άγκυρες και τις χαμήλωσαν τόσο, ώστε να μην μπορούν να κάνουν πια τίποτα οι κολυμβητές. Έριξαν θηλιές από τον μόλο και τράβηξαν τις πέτρες από τη θάλασσα· με τις μηχανές τις έριξαν στα βαθιά νερά απ’ όπου δεν μπορούσαν πια να τους βλάψουν. Εκεί που το τείχος είχε αδειάσει από τους υπερασπιστές του, ήδη πλησίαζαν τα καράβια.

[2,72] Οἱ δὲ Τύριοι πάντῃ ἄποροι γιγνόμενοι ἔγνωσαν ἐπίπλουν ποιήσασθαι ταῖς Κυπρίαις ναυσίν, αἳ κατὰ τὸν λιμένα ἐφώρμουν τὸν ἐς Σιδῶνα τετραμμένον. ἐκ πολλοῦ δὴ καταπετάσαντες τὸ στόμα τοῦ λιμένος ἱστίοις, τοῦ μὴ καταφανῆ γενέσθαι τῶν τριήρων τὴν πλήρωσιν, ἀμφὶ μέσον ἡμέρας, ὁπότε οἵ τε ναῦται ἐπὶ τὰ ἀναγκαῖα ἐσκεδασμένοι ἦσαν καὶ Ἀλέξανδρος ἐν τούτῳ μάλιστα ἀπὸ τοῦ ἐπὶ θάτερα τῆς πόλεως ναυτικοῦ ἐπὶ τὴν σκηνὴν ἀπεχώρει, πληρώσαντες πεντήρεις μὲν τρεῖς καὶ τετρήρεις ἴσας, τριήρεις δὲ ἑπτὰ ὡς ἀκριβεστάτοις τε τοῖς πληρώμασι καὶ τοῖς ἀπὸ τῶν καταστρωμάτων μάχεσθαι μέλλουσιν εὐοπλοτάτοις καὶ ἅμα εὐθαρσεστάτοις ἐς τοὺς ναυτικοὺς ἀγῶνας, τὰ μὲν πρῶτα ἀτρέμα τῇ εἰρεσίᾳ ἐπὶ μιᾶς νεὼς ἐξέπλεον ἄνευ κελευστῶν τὰς κώπας παραφέροντες. ὡς δὲ ἐπέστρεφον ἤδη ἐπὶ τοὺς Κυπρίους καὶ ἐγγὺς τοῦ καθορᾶσθαι ἦσαν, τότε δὴ ξὺν βοῇ τε πολλῇ καὶ ἐγκελευσμῷ ἐς ἀλλήλους καὶ ἅμα τῇ εἰρεσίᾳ ξυντόνῳ ἐπεφέροντο.

72. Οι Τύριοι, πιεσμένοι από παντού, αποφάσισαν να επιτεθούν με τα πλοία στα κυπριακά καράβια, που έκλειναν το λιμάνι προς την πλευρά της Σιδώνας. Από πολύ πριν είχαν κρύψει με κατάρτια το στόμιο του λιμανιού, για να μη φαίνεται η επάνδρωση των τριήρων. Κατά το μεσημέρι, που οι ναύτες είχαν σκορπίσει για ανεφοδιασμό και ο Αλέξανδρος είχε αφήσει τον στόλο στην άλλη πλευρά της πόλης για να πάει στη σκηνή του, επάνδρωσαν τρεις πεντήρεις (με πέντε σειρές κουπιά), άλλες τόσες τετρήρεις (με τέσσερις σειρές κουπιά) και επτά τριήρεις με τα πιο έξυπνα, τα πιο αξιόμαχα και τα πιο θαρραλέα στις ναυμαχίες πληρώματά τους. Στην αρχή, ξεκίνησαν αθόρυβα, το ένα πλοίο πίσω από το άλλο, κωπηλατώντας χωρίς παραγγέλματα. Μόλις στράφηκαν προς τους Κυπρίους και έφτασαν σε απόσταση τέτοια, ώστε να είναι ορατά, επιτέθηκαν κραυγάζοντας, διατάζοντας ο ένας τον άλλο και κωπηλατώντας με θόρυβο.

Ξυνέβη δὲ ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ Ἀλέξανδρον ἀποχωρῆσαι μὲν ἐπὶ τὴν σκηνήν, οὐ διατρίψαντα δὲ κατὰ τὸ εἰωθὸς δι' ὀλίγου ἐπὶ τὰς ναῦς ἐπανελθεῖν. οἱ δὲ Τύριοι προσπεσόντες ἀπροσδοκήτως ταῖς ναυσὶν ὁρμούσαις καὶ ταῖς μὲν πάντῃ κεναῖς ἐπιτυχόντες, τῶν δ' ὑπ' αὐτὴν τὴν βοὴν καὶ τὸν ἐπίπλουν χαλεπῶς ἐκ τῶν παρόντων πληρουμένων, τήν τε Πνυταγόρου τοῦ βασιλέως πεντήρη εὐθὺς ὑπὸ τῇ πρώτῃ ἐμβολῇ κατέδυσαν καὶ τὴν Ἀνδροκλέους τοῦ Ἀμαθουσίου καὶ τὴν Πασικράτους τοῦ Κουριέως, τὰς δὲ ἄλλας ἐς τὸν αἰγιαλὸν ἐξωθοῦντες ἔκοπτον.

Εκείνη την ημέρα έτυχε ο Αλέξανδρος, αφού πήγε στη σκηνή του, να μην παραμείνει εκεί για λίγο, όπως συνήθιζε, αλλά ξαναγύρισε στα πλοία. Οι Τύριοι όμως επιτέθηκαν ξαφνικά πάνω στα αραγμένα πλοία· μερικά τα βρήκαν εντελώς άδεια, άλλα πρόχειρα επανδρωμένα μέσα στη φασαρία και την επίθεση. Εμβόλισαν την πεντήρη του βασιλιά Πνυταγόρα και τη βύθισαν αμέσως. Κι ακόμη, βύθισαν τις πεντήρεις του Ανδροκλή, του γιου του Αμαθουσίου και του Πασικράτη, του γιου του Κουριέα.

Ἀλέξανδρος δὲ ὡς ἤσθετο τὸν ἔκπλουν τῶν Τυρίων τριήρων, τὰς μὲν πολλὰς τῶν ξὺν αὐτῷ νεῶν, ὅπως ἑκάστη πληρωθείη, ἐπὶ τῷ στόματι τοῦ λιμένος ἀνακωχεύειν ἔταξεν, ὡς μὴ καὶ ἄλλαι ἐκπλεύσειαν τῶν Τυρίων νῆες. αὐτὸς δὲ πεντήρεις τε τὰς ξὺν αὐτῷ ἀναλαβὼν καὶ τῶν τριήρων ἐς πέντε μάλιστα, ὅσαι ἔφθησαν αὐτῷ κατὰ τάχος πληρωθεῖσαι, περιέπλει τὴν πόλιν ὡς ἐπὶ τοὺς ἐκπεπλευκότας τῶν Τυρίων. οἱ δὲ ἀπὸ τοῦ τείχους, τόν τε ἐπίπλουν τῶν πολεμίων κατιδόντες καὶ Ἀλέξανδρον αὐτὸν ἐπὶ τῶν νεῶν, βοῇ τε ἐπανάγειν ἐνεκελεύοντο τοῖς ἐκ τῶν σφετέρων νεῶν καὶ ὡς οὐκ ἐξακουστὸν ἦν ὑπὸ θορύβου ξυνεχομένων ἐν τῷ ἔργῳ, σημείοις ἄλλοις καὶ ἄλλοις ἐπεκάλουν ἐς τὴν ἀναχώρησιν. οἱ δὲ ὀψέ ποτε αἰσθόμενοι τὸν ἐπίπλουν τῶν ἀμφ' Ἀλέξανδρον ὑποστρέψαντες ἐς τὸν λιμένα ἔφευγον. καὶ ὀλίγαι μὲν τῶν νεῶν φθάνουσιν ὑπεκφυγοῦσαι, ταῖς δὲ πλείοσιν ἐμβαλοῦσαι αἱ ξὺν Ἀλεξάνδρῳ τὰς μὲν αὐτῶν ἄπλους ἐποίησαν, πεντήρης δέ τις καὶ τετρήρης αὐτῶν ἐπ' αὐτῷ τῷ στόματι τοῦ λιμένος ἐλήφθησαν. φόνος δὲ τῶν ἐπιβατῶν οὐ πολὺς ἐγένετο. ὡς γὰρ ἤσθοντο ἐχομένας τὰς ναῦς ἀπενήξαντο οὐ χαλεπῶς ἐς τὸν λιμένα. Ὡς δὲ οὐδεμία ἔτι τοῖς Τυρίοις ἐκ τῶν νεῶν ὠφέλεια ἦν, ἐπῆγον ἤδη οἱ Μακεδόνες τὰς μηχανὰς τῷ τείχει αὐτῶν. κατὰ μὲν δὴ τὸ χῶμα προσαγόμεναι διὰ ἰσχὺν τοῦ τείχους οὐδὲν ἤνυον ὅ τι καὶ λόγου ἄξιον, οἱ δὲ κατὰ τὸ πρὸς Σιδῶνα τετραμμένον τῆς πόλεως τῶν νεῶν τινας τῶν μηχανοφόρων προσῆγον. ὡς δὲ οὐδὲ ταύτῃ ἤνυεν, ἐς τὸ πρὸς νότον αὖ ἄνεμον καὶ πρὸς Αἴγυπτον ἀνέχον τεῖχος μετῄει πάντῃ ἀποπειρώμενος τοῦ ἔργου. καὶ ἐνταῦθα πρῶτον κατεσείσθη τε τὸ τεῖχος ἐπὶ μέγα καί τι καὶ κατηρίφθη αὐτοῦ παραρραγέν. τότε μὲν δὴ ὅσον ἐπιβαλὼν γεφύρας ἧ ἐρήριπτο τοῦ τείχους ἀπεπειράθη ἐς ὀλίγον τῆς προσβολῆς. καὶ οἱ Τύριοι οὐ χαλεπῶς ἀπεκρούσαντο τοὺς Μακεδόνας.

Μόλις ο Αλέξανδρος έμαθε την επίθεση των Τυριακών τριήρων, διέταξε να επανδρωθούν τα περισσότερα πλοία του και να πάρουν αμέσως θέση στο στόμιο του λιμανιού, για να μη βγουν έξω κι άλλα πλοία των Τυρίων. Ο ίδιος, με τις πεντήρεις που βρίσκονταν μαζί του και πέντε περίπου τριήρεις (αυτές που επανδρώθηκαν γρηγορότερα) περιέπλευσε την πόλη και έφτασε στα πλοία των Τυρίων που είχαν βγει έξω. Αυτοί που βρίσκονταν πάνω στο τείχος παρατήρησαν την επίθεση των εχθρών, είδαν και τον ίδιο τον Αλέξανδρο πάνω στα καράβια και διέταξαν με κραυγές τα δικά τους καράβια να γυρίσουν πίσω. Δεν ακούγονταν, γιατί οι δικοί τους ήταν απασχολημένοι με την επίθεση κι έτσι τους καλούσαν με πολλά και διάφορα σινιάλα. Πολύ αργά όμως πήραν είδηση την επίθεση του Αλέξανδρου. Τότε, έκαναν μεταβολή και κατέφυγαν στο λιμάνι. Λίγα καράβια γλίτωσαν· τα περισσότερα εμβολίστηκαν από τα πλοία του Αλέξανδρου· μερικά από αυτά καταστράφηκαν και πιάστηκαν μια πεντήρης και μια τετρήρης στο στόμιο του λιμανιού. Δε σκοτώθηκαν πολλοί από τα πληρώματα, γιατί, μόλις κατάλαβαν ότι τα πλοία τους πιάστηκαν, έπεσαν στο νερό και βγήκαν εύκολα στο λιμάνι κολυμπώντας. Τα πλοία δεν ωφέλησαν καθόλου τους Τύριους. Οι Μακεδόνες λοιπόν πλησίασαν τις μηχανές στο τείχος τους. Όσες πλησίαζαν από την πρόσχωση δεν κατάφερναν τίποτε αξιόλογο, γιατί το τείχος εκεί ήταν ισχυρό. Άλλες μηχανές τις έφεραν με τα μηχανοφόρα πλοία, στο τμήμα της πόλης που έβλεπε προς τη Σιδώνα. Ούτε κι εκεί όμως έκαναν τίποτα. Έτσι, ο Αλέξανδρος στράφηκε νότια, στο τμήμα του τείχους που αντίκριζε την Αίγυπτο και εξέτασε κάθε σημείο του οικοδομήματος. Σ’ εκείνο το σημείο, το τείχος κλονίστηκε γερά για πρώτη φορά. Γκρεμίστηκε μάλιστα ένα κομμάτι του. Σε λίγο, ο Αλέξανδρος προσάρμοσε γέφυρες και προσπάθησε να εισβάλει από το γκρεμισμένο τμήμα του τείχους. Οι Τύριοι όμως, απέκρουσαν εύκολα τους Μακεδόνες.

Η άλωση αρχή

Τρίτῃ δὲ ἀπὸ ταύτης ἡμέρᾳ νηνεμίαν τε φυλάξας καὶ παρακαλέσας τοὺς ἡγεμόνας τῶν τάξεων ἐς τὸ ἔργον ἐπῆγε τῇ πόλει ἐπὶ τῶν νεῶν τὰς μηχανάς. καὶ πρῶτα μὲν κατέσεισε τοῦ τείχους ἐπὶ μέγα, ὡς δὲ ἀποχρῶν εἰς πλάτος ἐφάνη τὸ παρερρηγμένον, τὰς μὲν μηχανοφόρους ναῦς ἐπανάγειν ἐκέλευσεν. ὁ δὲ δύο ἄλλας ἐπῆγεν, αἳ τὰς γεφύρας αὐτῷ ἔφερον, ἃς δὴ ἐπιβάλλειν ἐπενόει τῷ κατερρηγμένῳ τοῦ τείχους. καὶ τὴν μὲν μίαν τῶν νεῶν οἱ ὑπασπισταὶ ἔλαβον, ἧ ἐπετέτακτο Ἄδμητος, τὴν ἑτέραν δὲ ἡ Κοίνου τάξις οἱ πεζέταιροι καλούμενοι, καὶ αὐτὸς ξὺν τοῖς ὑπασπισταῖς ἐπιβήσεσθαι τοῦ τείχους ἧ παρείκοι ἔμελλεν. τὰς τριήρεις δὲ τὰς μὲν ἐπιπλεῖν κατὰ τοὺς λιμένας ἀμφοτέρους ἐκέλευσεν, εἴ πως πρὸς σφᾶς τετραμμένων τῶν Τυρίων βιάσαιντο τὸν ἔσπλουν. ὅσαι δὲ αὐτῶν βέλη ἀπὸ μηχανῶν βαλλόμενα εἶχον ἢ ὅσαι τοξότας ἐπὶ τῶν καταστρωμάτων ἔφερον, ταύτας δὲ ἐκέλευσεν ἐν κύκλῳ περιπλεούσας τὸ τεῖχος ἐποκέλλειν τε ὅπῃ παρείκοι καὶ ἀνακωχεύειν ἐντὸς βέλους, ἔστε τὸ ἐποκεῖλαι ἄπορον γίγνοιτο, ὡς πανταχόθεν βαλλομένους τοὺς Τυρίους ἐν τῷ δεινῷ ἀμφιβόλους γίγνεσθαι.

Ο Αλέξανδρος περίμενε δυο μέρες να πέσει ο άνεμος. Την τρίτη ημέρα, παρακίνησε τους αρχηγούς των ταγμάτων σε δράση και επιτέθηκε στην πόλη με τις μηχανές που βρίσκονταν πάνω στα πλοία. Στην αρχή, κλόνισε ένα μεγάλο κομμάτι του τείχους· μόλις φάνηκε το πλάτος του ρήγματος, διέταξε τα μηχανοφόρα πλοία να γυρίσουν πίσω. Ήρθαν άλλα δύο φέρνοντας τις γέφυρες, που είχε σκοπό να προσαρμόσει στο ρήγμα. Το ένα πλοίο επανδρώθηκε με τους υπασπιστές και είχε καπετάνιο τον Άδμητο, το άλλο με το τάγμα του Κοίνου, που επονομαζόταν «πεζέταιροι». Ο Αλέξανδρος ήθελε να σκαρφαλώσει ίδιος στο τείχος μαζί με τους υπασπιστές του, όπου ήταν πρακτικά δυνατό. Διέταξε μερικές τριήρεις να επιτεθούν και στα δύο λιμάνια, για να κατορθώσουν να μπουν, όσο οι Τύριοι θα ήταν απασχολημένοι με τον ίδιο. Διέταξε ακόμη τις τριήρεις, που μετέφεραν τοξότες η βέλη που ρίχνονταν από μηχανές, να περιπλεύσουν το τείχος, να ρίχνουν άγκυρα, όπου ήταν δυνατό και να παραμένουν σε απόσταση βολής, όπου δεν είναι δυνατόν να προσαράξουν. Έτσι, οι Τύριοι Θα βάλλονταν από παντού και δεν Θα ήξεραν πού να στραφούν.

Ὡς δὲ αἵ τε νῆες αἱ σὺν Ἀλεξάνδρῳ προσέσχον τῇ πόλει καὶ αἱ γέφυραι ἐπεβλήθησαν τῷ τείχει ἀπ' αὐτῶν, ἐνταῦθα οἱ ὑπασπισταὶ εὐρώστως κατὰ ταύτας ἀνέβαινον ἐπὶ τὸ τεῖχος. ὅ τε γὰρ Ἄδμητος ἀνὴρ ἀγαθὸς ἐν τῷ τότε ἐγένετο καὶ ἅμα Ἀλέξανδρος εἵπετο αὐτοῖς, τοῦ τε ἔργου αὐτοῦ καρτερῶς ἁπτόμενος καὶ θεατὴς τῶν ἄλλων ὅτῳ τι λαμπρὸν κατ' ἀρετὴν ἐν τῷ κινδύνῳ ἐτολμᾶτο. καὶ ταύτῃ πρῶτον ἧ ἐπετέτακτο Ἀλέξανδρος ἐλήφθη τὸ τεῖχος, οὐ χαλεπῶς ἀποκρουσθέντων ἀπ' αὐτοῦ τῶν Τυρίων, ἐπειδὴ πρῶτον βεβαίῳ τε καὶ ἅμα οὐ πάντῃ ἀποτόμῳ τῇ προσβάσει ἐχρήσαντο οἱ Μακεδόνες. καὶ Ἄδμητος μὲν πρῶτος ἐπιβὰς τοῦ τείχους καὶ τοῖς ἀμφ' αὑτὸν ἐγκελευόμενος ἐπιβαίνειν βληθεὶς λόγχῃ ἀποθνήσκει αὐτοῦ. ἐπὶ δὲ αὐτῷ Ἀλέξανδρος ἔσχε τὸ τεῖχος ξὺν τοῖς ἑταίροις. ὡς δὲ εἴχοντο αὐτῷ πύργοι τε ἔστιν οἳ καὶ μεταπύργια, αὐτὸς μὲν παρῄει διὰ τῶν ἐπάλξεων ὡς ἐπὶ τὰ βασίλεια, ὅτι ταύτῃ εὐπορωτέρα ἐφαίνετο ἐς τὴν πόλιν ἡ κάθοδος.

Μόλις τα πλοία του Αλέξανδρου πλησίασαν στην πόλη, έριξε τις γέφυρες στο τείχος και οι υπασπιστές άρχισαν να ανεβαίνουν με παλικαριά. Ο Άδμητος έδειξε τότε μεγάλη ανδρεία. Ταυτόχρονα, ο ίδιος ο Αλέξανδρος τους συντρόφευε, συμμετέχοντας ενεργά στην επιχείρηση και παρατηρώντας τους άλλους, για να δει κάποιο λαμπρό και παράτολμο κατόρθωμα. Το πρώτο τμήμα του τείχους που καταλήφθηκε ήταν εκεί που πολεμούσε ο Αλέξανδρος. Οι Τύριοι αποκρούστηκαν εύκολα σ’ αυτό το σημείο, γιατί για πρώτη φορά οι Μακεδόνες βρήκαν σίγουρη και λιγότερο απότομη πρόσβαση. Ο Άδμητος σκαρφάλωσε πρώτος στο τείχος και κάλεσε τους άνδρες του να τον ακολουθήσουν. Εκεί όμως χτυπήθηκε από λόγχη και σκοτώθηκε. Ο Αλέξανδρος τον ακολούθησε και κατέλαβε τείχος με τους εταίρους. Πήρε στην κατοχή του μερικούς πύργους και μεταπύργια και κινήθηκε, μέσω των επάλξεων, προς το παλάτι· του φαινόταν ότι από κει ήταν ο πιο εύκολος δρόμος για να κατεβεί στην πόλη.

[2,73] Οἱ δὲ ἐπὶ τῶν νεῶν, οἵ τε Φοίνικες κατὰ τὸν λιμένα τὸν πρὸς Αἰγύπτου, καθ' ὅνπερ καὶ ἐφορμοῦντες ἐτύγχανον, βιασάμενοι καὶ τὰ κλεῖθρα διασπάσαντες ἔκοπτον τὰς ναῦς ἐν τῷ λιμένι, ταῖς μὲν μετεώροις ἐμβάλλοντες, τὰς δὲ ἐς τὴν γῆν ἐξωθοῦντες, καὶ οἱ Κύπριοι κατὰ τὸν ἄλλον λιμένα τὸν ἐκ Σιδῶνος φέροντα οὐδὲ κλεῖθρον τοῦτόν γε ἔχοντα εἰσπλεύσαντες εἷλον εὐθὺς ταύτῃ τὴν πόλιν. τὸ δὲ πλῆθος τῶν Τυρίων τὸ μὲν τεῖχος, ὡς ἐχόμενον εἶδον, ἐκλείπουσιν, ἀθροισθέντες δὲ κατὰ τὸ Ἀγηνόριον καλούμενον ἐπέστρεψαν ταύτῃ ἐπὶ τοὺς Μακεδόνας. καὶ Ἀλέξανδρος ξὺν τοῖς ὑπασπισταῖς ἐπὶ τούτους χωρήσας τοὺς μὲν αὐτοῦ μαχομένους διέφθειρεν αὐτῶν, τοῖς δὲ φεύγουσιν ἐφείπετο. καὶ φόνος ἦν πολύς, τῶν τε ἀπὸ τοῦ λιμένος ἐχόντων ἤδη τὴν πόλιν καὶ τῆς Κοίνου τάξεως παρεληλυθυίας ἐς αὐτήν. ὀργῇ γὰρ ἐχώρουν ἐπὶ πᾶν οἱ Μακεδόνες, τῆς τε πολιορκίας τῇ τριβῇ ἀχθόμενοι καὶ ὅτι λαβόντες τινὰς αὐτῶν οἱ Τύριοι πλέοντας ἐκ Σιδῶνος ἐπὶ τὸ τεῖχος ἀναβιβάσαντες, ὅπως ἄποπτον εἴη ἀπὸ τοῦ στρατοπέδου, σφάξαντες ἔρριψαν εἰς τὴν θάλασσαν.

73. Οι Φοίνικες έτρεξαν προς το λιμάνι που έβλεπε στην Αίγυπτο (όπου κατά τύχη είχαν τη βάση τους), έσπασαν τα κλείθρα και κατέστρεψαν τα πλοία των Τυρίων στο λιμάνι χτυπώντας μερικά με λίθους από τους καταπέλτες και σπρώχνοντας άλλα στη στεριά. Οι Κύπριοι μπήκαν στο άλλο λιμάνι, που έβλεπε προς τη Σιδώνα και που δεν είχε κλείθρο και κατέλαβαν αμέσως εκείνο το τμήμα της πόλης. Το μεγαλύτερο μέρος των Τυρίων εγκατέλειψε το τείχος, μόλις είδε ότι κυριεύτηκε. Συγκεντρώθηκαν όμως στο λεγόμενο Αγηνόριο και γύρισαν να αντισταθούν στους Μακεδόνες. Ο Αλέξανδρος προχώρησε εναντίον τους με τους υπασπιστές του, σκότωσε μερικούς απ αυτούς που πολεμούσαν εκεί και καταδίωξε τους φυγάδες. Έγινε μεγάλη σφαγή· όσοι έρχονταν από το λιμάνι είχαν ήδη καταλάβει την πόλη και το τάγμα του Κοίνου είχε μπει κιόλας μέσα. Οι Μακεδόνες ορμούσαν παντού αγανακτισμένοι· είχαν οργιστεί με την καθυστέρηση της πολιορκίας και, πέρα απ’ αυτό, οι Τύριοι είχαν πιάσει μερικούς δικούς τους, τους ανέβασαν στο τείχος, σε σημείο απ όπου μπορούσαν να τους δουν από το στρατόπεδο, τους έσφαξαν και τους πέταξαν στη θάλασσα.

ἀπέθανον δὲ τῶν μὲν Τυρίων ἐς ὀκτακισχιλίους, τῶν Μακεδόνων δὲ ἐν τῇ τότε προσβολῇ Ἄδμητός τε ὁ πρῶτος ἑλὼν τὸ τεῖχος, ἀνὴρ ἀγαθὸς γενόμενος, καὶ ξὺν αὐτῷ εἴκοσι τῶν ὑπασπιστῶν. ἐν δὲ τῇ πάσῃ πολιορκίᾳ μάλιστα ἐς τετρακοσίους. Τοῖς δὲ ἐς τὸ ἱερὸν τοῦ Ἡρακλέους καταφυγοῦσιν (ἦσαν δὲ αὐτῶν τε τῶν Τυρίων οἱ μάλιστα ἐν τέλει καὶ ὁ βασιλεὺς Ἀζέμιλκος καὶ Καρχηδονίων τινὲς θεωροὶ ἐς τιμὴν τοῦ Ἡρακλέους κατὰ δή τινα νόμιμον παλαιὸν εἰς τὴν μητρόπολιν ἀφικόμενοι) τούτοις ξύμπασιν ἄδειαν δίδωσιν Ἀλέξανδρος. τοὺς δὲ ἄλλους ἠνδραπόδισε, καὶ ἐπράθησαν Τυρίων τε καὶ τῶν ξένων ὅσοι ἐγκατελήφθησαν μάλιστα ἐς τρισμυρίους.

Σκοτώθηκαν οκτώ χιλιάδες περίπου Τύριοι. Από τους Μακεδόνες τώρα, στην επίθεση εναντίον του τείχους, σκοτώθηκε ο Άδμητος, ο πρώτος που το πάτησε, φανερώνοντας την ανδρεία του και μαζί του είκοσι υπασπιστές. Σ’ όλη τη διάρκεια της πολιορκίας σκοτώθηκαν περίπου τετρακόσιοι Μακεδόνες. Εν τω μεταξύ, κάποιοι είχαν καταφύγει στο ιερό του Ηρακλή. Ανάμεσά τους βρίσκονταν οι άρχοντες των Τυρίων ο ίδιος ο βασιλιάς Αζέμιλκος και μερικοί Καρχηδόνιοι απεσταλμένοι, που κατά το παλιό έθιμο, έφτασαν στη μητρόπολη, για να αποδώσουν τιμές στον Ηρακλή. Αυτούς, ο Αλέξανδρος τους άφησε ελεύθερους. Εξανδραπόδισε όμως τους υπόλοιπους· τριάντα χιλιάδες περίπου Τύριοι και ξένοι που βρίσκονταν στην πόλη πουλήθηκαν ως δούλοι.

Ἀλέξανδρος δὲ τῷ Ἡρακλεῖ ἔθυσέ τε καὶ πομπὴν ἔστειλε ξὺν τῇ δυνάμει ὡπλισμένῃ. καὶ αἱ νῆες ξυνεπόμπευσαν τῷ Ἡρακλεῖ, καὶ ἀγῶνα γυμνικὸν ἐν τῷ ἱερῷ καὶ λαμπάδα ἐποίησε. καὶ τὴν μηχανήν, ἧ τὸ τεῖχος κατεσείσθη, ἀνέθηκεν ἐς τὸν νεὼν καὶ τὴν ναῦν τὴν Τυρίαν τὴν ἱερὰν τοῦ Ἡρακλέους, ἥντινα ἐν τῷ ἐπίπλῳ ἔλαβε, καὶ ταύτην τῷ Ἡρακλεῖ ἀνέθηκεν καὶ ἐπίγραμμα ἐπ' αὐτῇ, ἢ αὐτὸς ποιήσας ἢ ὅτου δὴ ἄλλου ποιήσαντος, οὐκ ἄξιον μνήμης τὸ ἐπίγραμμα. διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ αὐτὸ ἀναγράψαι ἀπηξίωσα. Τύρος μὲν δὴ οὕτως ἑάλω ἐπὶ ἄρχοντος Νικήτου Ἀθήνησι μηνὸς Ἑκατομβαιῶνος.

Κατόπιν, ο Αλέξανδρος θυσίασε στον Ηρακλή και διοργάνωσε αθλητικούς αγώνες και λαμπαδηδρομία στο ιερό. Τέλος, ο Αλέξανδρος αφιέρωσε στον ναό τη μηχανή με την οποία γκρέμισε το τείχος και το ιερό πλοίο του Ηρακλή που έπιασε κατά τη ναυτική επίθεση. Επάνω του, χάραξε επίγραμμα δικό του ή κάποιου άλλου, αλλά όχι ιδιαίτερα αξιομνημόνευτο. Γι’ αυτόν τον λόγο κι εγώ δεν έκρινα σκόπιμο να το αναγράψω. Έτσι λοιπόν, καταλήφθηκε η Τύρος, τον μήνα Εκατομβαιώνα, όταν στην Αθήνα ήταν επώνυμος άρχων ο Νικήτας.

αρχή


Το κείμενο από το: HODOI, Du texte à l'hypertexte

Η μετάφραση είναι αντιγραμμένη από τη σειρά «ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ» των εκδόσεων Οδυσσέας Χατζόπουλος.

 


Τα γεγονότα σύμφωνα με τον Διόδωρο τον Σικελιώτη

Διόδωρου Σικελιώτη, Βιβλιοθήκης Ιστορικής Βίβλος Επτακαιδεκάτη, 40-46

 

[17,40] {VII} Ἐπ' ἄρχοντος δ' ᾿Αθήνησι Νικηράτου ῾Ρωμαῖοι κατέστησαν ὑπάτους Μάρκον ᾿Ατίλιον καὶ Μάρκον Οὐαλέριον, ᾿Ολυμπιὰς δ' ἤχθη δευτέρα πρὸς ταῖς ἑκατὸν καὶ δέκα, καθ' ἣν ἐνίκα Γρύλος Χαλκιδεύς. Ἐπὶ δὲ τούτων ᾿Αλέξανδρος μετὰ τὴν ἐν ᾿Ισσῷ νίκην τοὺς μὲν τελευτήσαντας ἔθαψεν, ἐν οἷς καὶ τῶν πολεμίων τοὺς ἐν ταῖς ἀνδραγαθίαις θαυμασθέντας· μετὰ δὲ ταῦτα τοῖς θεοῖς μεγαλοπρεπεῖς θυσίας συντελέσας καὶ τοὺς ἐν τῇ μάχῃ κατ' ἀρετὴν διαφόρους γενομένους τιμήσας ταῖς ἀξίαις ἑκάστους δωρεαῖς ἐφ' ἡμέρας τινὰς ἀνέλαβε τὴν δύναμιν. (2) Ἔπειτα προάγων ἐπ' Αἰγύπτου καὶ καταντήσας εἰς τὴν Φοινίκην τὰς μὲν ἄλλας πόλεις παρέλαβεν, ἑτοίμως τῶν ἐγχωρίων προσδεξαμένων αὐτόν· οἱ δὲ Τύριοι βουλομένου τοῦ βασιλέως τῷ ῾Ηρακλεῖ τῷ Τυρίῳ θῦσαι προπετέστερον διεκώλυσαν αὐτὸν τῆς εἰς τὴν πόλιν εἰσόδου. (3) Τοῦ δ' ᾿Αλεξάνδρου χαλεπῶς ἐνέγκαντος καὶ διαπειλησαμένου πολεμήσειν τὴν πόλιν οἱ Τύριοι τεθαρρηκότως ὑπέμενον τὴν πολιορκίαν, ἅμα μὲν Δαρείῳ χαριζόμενοι καὶ τὴν πρὸς αὐτὸν εὔνοιαν βεβαίαν τηροῦντες καὶ νομίζοντες μεγάλας δωρεὰς ἀντὶ ταύτης τῆς χάριτος ἀντιλήψεσθαι παρὰ τοῦ βασιλέως, ἐπισπώμενοι μὲν τὸν ᾿Αλέξανδρον εἰς πολυχρόνιον καὶ ἐπικίνδυνον πολιορκίαν, διδόντες δ' ἄνεσιν τῷ Δαρείῳ πρὸς τὰς παρασκευάς, ἅμα δὲ καὶ πιστεύοντες τῇ τε ὀχυρότητι τῆς νήσου καὶ ταῖς ἐν αὐτῇ παρασκευαῖς, ἔτι δὲ τοῖς ἀπογόνοις αὐτῶν Καρχηδονίοις. (4) Ὁ δὲ βασιλεὺς ὁρῶν κατὰ θάλατταν μὲν δυσπολιόρκητον οὖσαν τὴν πόλιν διά τε τὴν παρασκευὴν τῶν κατὰ τὸ τεῖχος ἔργων καὶ τὴν ὑπάρχουσαν ἐν αὐτῇ δύναμιν ναυτικήν, κατὰ δὲ γῆν σχεδὸν ἀπραγμάτευτον οὖσαν διὰ τὸ τέτταρσι σταδίοις διείργεσθαι τῆς ἠπείρου ὅμως ἔκρινε συμφέρειν πάντα κίνδυνον καὶ πόνον ὑπομένειν ὑπὲρ τοῦ μὴ καταφρονηθῆναι τὴν τῶν Μακεδόνων δύναμιν ὑπὸ μιᾶς καὶ τῆς τυχούσης πόλεως. (5) Εὐθὺς οὖν καθαιρῶν τὴν παλαιὰν λεγομένην Τύρον καὶ πολλῶν μυριάδων κομιζουσῶν τοὺς λίθους χῶμα κατεσκεύαζε δίπλεθρον τῷ πλάτει. Πανδημεὶ δὲ προσλαβόμενος τοὺς κατοικοῦντας τὰς πλησίον πόλεις ταχὺ διὰ τὰς πολυχειρίας ἠνύετο τὰ τῶν ἔργων.

40. Επί άρχοντος Νικηράτου στην Αθήνα, οι Ρωμαίοι ανέδειξαν υπάτους τον Μάρκο Ατίλιο και τον Μάρκο Ουαλέριο, ενώ διεξήχθη και η εκατοστή δευτέρα Ολυμπιάδα, στην οποία νίκησε ο Χαλκιδεύς Γρύλος. Επί των ημερών τους, ο Αλέξανδρος, μετά τη μάχη στην Ισσό, έθαψε τους νεκρούς και μαζί μ' αυτούς και τους εχθρούς που είχαν διακριθεί για την ανδραγαθία τους. Μετά απ' αυτό, πρόσφερε μεγαλοπρεπείς θυσίες στους θεούς, τίμησε όσους διακρίθηκαν για την ανδρεία τους στη μάχη με δώρα ανάλογα της αξίας τους και άφησε μερικές ημέρες το στράτευμα να αναλάβει δυνάμεις. Έπειτα, προχώρησε προς την Αίγυπτο και φτάνοντας στη Φοινίκη παρέλαβε όλες τις άλλες πόλεις, όπου οι κάτοικοι τον υποδέχτηκαν με χαρά. Μόνο οι Τύριοι εμπόδισαν τον βασιλιά με αλαζονεία, όταν θέλησε να μπει στην πόλη και να προσφέρει θυσία στον Τύριο Ηρακλή. Ο Αλέξανδρος προσβλήθηκε βαριά και τους απείλησε ότι θα πολιορκούσε την πόλη μέχρι τέλους. Οι Τύριοι όμως υπέμεναν με θάρρος την πολιορκία. Αυτοί αφενός ήθελαν να προσφέρουν υπηρεσία στον Δαρείο, προς τον οποίο παρέμεναν πιστοί και πίστευαν ότι ο βασιλιάς θα τους αντάμειβε πλουσιοπάροχα για τη χάρη που του έκαναν να καθηλώσουν τον Αλέξανδρο σε μια μακρόχρονη και επικίνδυνη πολιορκία, δίνοντας στον βασιλιά την άνεση να προετοιμαστεί. Αφετέρου, βέβαια, είχαν εμπιστοσύνη στην οχυρότητα του νησιού και στις πολεμικές τους προετοιμασίες, ενώ στηρίζονταν και στους Καρχηδονίους που ήταν δικοί τους άποικοι. Ο βασιλιάς είδε ότι η πόλη ήταν πολύ δύσκολο να πολιορκηθεί από τη θάλασσα, λόγω των οχυρωματικών έργων που είχαν γίνει στα τείχη και λόγω της ναυτικής της δύναμης, ενώ παράλληλα από τη στεριά ήταν σχεδόν απρόσιτη, καθώς απείχε τέσσερα σχεδόν στάδια από την κυρίως χώρα. Αποφάσισε όμως πως συνέφερε να υποστεί κάθε κίνδυνο και να καταβάλει κάθε προσπάθεια, ώστε η οποιαδήποτε πόλη να μάθει να μην περιφρονεί τη δύναμη των Μακεδόνων. Αμέσως, λοιπόν, κατεδάφισε τη λεγόμενη Παλαιά Τύρο και με πολλές μυριάδες ανθρώπων μετέφερε τις πέτρες και άρχισε την κατασκευή προβλήτας που είχε πλάτος δύο πλέθρα. Στο έργο αυτό προσέλαβε ολόκληρο τον πληθυσμό των γύρω πόλεων και χάρη στα πολλά χέρια το έργο προχωρούσε γοργά.

[17,41] Οἱ δὲ Τύριοι τὸ μὲν πρῶτον προσπλέοντες τῷ χώματι κατεγέλων τοῦ βασιλέως, εἰ τοῦ Ποσειδῶνος ἑαυτὸν δοκεῖ περιέσεσθαι· μετὰ δὲ ταῦτα παραδόξως τοῦ χώματος αὐξομένου τέκνα μὲν καὶ γυναῖκας καὶ τοὺς γεγηρακότας εἰς Καρχηδόνα διακομίζειν ἐψηφίσαντο, τοὺς δ' ἀκμάζοντας ταῖς ἡλικίαις ἐπέλεξαν πρὸς τὴν τειχομαχίαν καὶ ναυμαχίαν ἑτοίμως παρεσκεύαζον, ἔχοντες τριήρεις ὀγδοήκοντα. (2) Τέλος δὲ τῶν τέκνων καὶ γυναικῶν μέρος μὲν ἔφθασαν ὑπεκθέμενοι πρὸς τοὺς Καρχηδονίους, καταταχούμενοι δ' ὑπὸ τῆς πολυχειρίας καὶ ταῖς ναυσὶν οὐκ ὄντες ἀξιόμαχοι συνηναγκάσθησαν ὑπομεῖναι πανδημεὶ τὴν πολιορκίαν. (3) Ἔχοντες δὲ πολλὴν δαψίλειαν καταπελτῶν καὶ τῶν ἄλλων μηχανῶν τῶν πρὸς πολιορκίαν χρησίμων ἑτέρας πολλαπλασίους κατεσκεύασαν ῥᾳδίως διὰ τῶν ἐν τῇ Τύρῳ μηχανοποιῶν καὶ τῶν ἄλλων τεχνιτῶν παντοδαπῶν ὄντων. (4) διὰ δὲ τούτων ὀργάνων παντοδαπῶν καὶ ξένων ταῖς ἐπινοίαις κατασκευαζομένων ἅπας μὲν ὁ περίβολος τῆς πόλεως ἐπληρώθη τῶν μηχανῶν, μάλιστα δὲ κατὰ τὸν τόπον τοῦτον ἐν ᾧ τὸ χῶμα συνήγγιζε τῷ τείχει. (5) Ὡς δ' εἰς τὴν ἄφεσιν τοῦ βέλους διέτεινε τὸ κατασκευαζόμενον ὑπὸ τῶν Μακεδόνων ἔργον, καὶ παρὰ τῶν θεῶν τινα προεσημαίνετο τοῖς κινδυνεύουσιν. Ἐκ μὲν γὰρ τοῦ πελάγους ὁ κλύδων προσεπέλασε τοῖς ἔργοις κῆτος ἄπιστον τὸ μέγεθος, ὃ προσπεσὸν τῷ χώματι κακὸν μὲν οὐδὲν εἰργάσατο, τῷ δ' ἑτέρῳ μέρει τοῦ σώματος προσανακεκλιμένον ἐπὶ πολὺν χρόνον ἔμενε καὶ πολλὴν κατάπληξιν παρείχετο τοῖς θεωμένοις τὸ παράδοξον, (6) πάλιν δ' εἰς τὸ πέλαγος νηξάμενον εἰς δεισιδαιμονίαν ἀμφοτέρους προηγάγετο· ἑκάτεροι γὰρ ὡς τοῦ Ποσειδῶνος αὐτοῖς βοηθήσειν μέλλοντος διέκρινον τὸ σημεῖον, ῥέποντες ταῖς γνώμαις πρὸς τὸ ἴδιον συμφέρον. (7) Ἐγίνετο δὲ καὶ ἄλλα σημεῖα παράδοξα, δυνάμενα διατροπὴν καὶ φόβον τοῖς ὄχλοις παρασχέσθαι. κατὰ γὰρ τὰς τροφὰς παρὰ τοῖς Μακεδόσιν οἱ διακλώμενοι τῶν ἄρτων αἱματοειδῆ τὴν πρόσοψιν εἶχον. Ἑωρακέναι δέ τις ἔφησεν ὄψιν καθ' ἣν ὁ ᾿Απόλλων ἔλεγε μέλλειν ἑαυτὸν ἐκλιπεῖν τὴν πόλιν. (8) Τοῦ δὲ πλήθους ὑπονοήσαντος ὅτι πεπλακὼς εἴη τὸν λόγον χαριζόμενος ᾿Αλεξάνδρῳ καὶ διὰ τοῦτο τῶν νεωτέρων ὁρμησάντων ἐπὶ τὸ λιθοβολῆσαι τὸν ἄνθρωπον οὗτος μὲν διὰ τῶν ἀρχόντων ἐκκλαπεὶς καὶ καταφυγὼν εἰς τὸ τοῦ ῾Ηρακλέους ἱερὸν διέφυγε τὴν τιμωρίαν διὰ τὴν ἱκεσίαν, οἱ δὲ Τύριοι δεισιδαιμονήσαντες χρυσαῖς σειραῖς προσέδησαν τὸ τοῦ ᾿Απόλλωνος ξόανον τῇ βάσει, ἐμποδίζοντες, ὡς ᾤοντο, τοῦ θεοῦ τὸν ἐκ τῆς πόλεως χωρισμόν.

41. Στην αρχή, οι Τύριοι πλησίαζαν με τα πλοία τους την προβλήτα και γέλαγαν με τον βασιλιά και ρώταγαν αν πιστεύει ότι είναι καλύτερος από τον Ποσειδώνα. Έπειτα όμως, καθώς το έργο προχωρούσε με απροσδόκητη ταχύτητα, ψήφισαν να μεταφερθούν τα παιδιά, οι γυναίκες και οι γέροντες στην Καρχηδόνα, και κράτησαν τους ακμαίους άντρες τους οποίους εκπαίδευαν για την τειχομαχία και τη ναυμαχία, καθόσον διέθεταν ογδόντα τριήρεις. Τελικά, ένα μέρος μόνο των γυναικόπαιδων πρόφτασε να εξασφαλιστεί στην Καρχηδόνα, διότι, καθώς το έργο προχωρούσε ταχύτατα λόγω των πολλών χεριών και δεν διέθεταν αξιόμαχο αριθμό πλοίων, ψήφισαν να υπομείνουν όλοι την πολιορκία. Από καταπέλτες και τις λοιπές μηχανές που χρειάζονται στις πολιορκίες είχαν μεγάλη αφθονία, αλλά κατασκεύασαν κι άλλους περισσότερους με αρκετή ευκολία, καθώς στην Τύρο ζούσαν μηχανικοί και όλων των ειδών οι τεχνίτες. Μ' όλα αυτά τα κάθε είδους και πρωτότυπα στη σύλληψη τους όργανα που κατασκευάζονταν, όλος ο περίβολος της πόλης γέμισε με μηχανές, αλλά περισσότερο το μέρος όπου η προβλήτα πλησίαζε το τείχος. Μόλις το έργο που κατασκεύαζαν οι Μακεδόνες έφτασε σε απόσταση βέλους, ακόμα κι οι θεοί έστειλαν οιωνούς στους ανθρώπους που κινδύνευαν. Από το πέλαγος έφερε το κύμα κοντά στο έργο ένα κήτος απίστευτου μεγέθους, το οποίο έπεσε επάνω στην προβλήτα χωρίς να της προξενήσει καμιά ζημιά, ενώ το υπόλοιπο σώμα του έμενε ξαπλωμένο επί πολύ χρόνο και το παράδοξο θέαμα προκαλούσε μεγάλη κατάπληξη στους θεατές, έπειτα ξανοίχτηκε πάλι στο πέλαγος, αφήνοντας και τις δυο πλευρές στην αγωνία των προλήψεων. Διότι κι οι δυο διέκριναν στα γεγονός την πρόθεση του Ποσειδώνα να τους βοηθήσει, ερμηνεύοντας τα πράγματα όπως τους συνέφερε. Υπήρξαν όμως και άλλα παράξενα σημάδια, ικανά να σκορπίσουν σύγχυση και φόβο στον λαό. Για παράδειγμα, στο συσσίτιο των Μακεδόνων τα ψωμιά που κόβονταν είχαν αιματόμορφη όψη. Επίσης, κάποιος είπε πως είδε όνειρο τον Απόλλωνα να λέει ότι πρόκειται να εγκαταλείψει την πόλη. Ο κόσμος είχε υπόνοιες ότι ο άνθρωπος τα έλεγε επίτηδες για να προσφέρει υπηρεσία στον Αλέξανδρο, γι΄ αυτό και οι νεότεροι όρμησαν να τον λιθοβολήσουν, αλλά οι άρχοντες κατάφεραν να τον φυγαδεύσουν και να τον πάνε ικέτη στον ναό του Ηρακλή, όπου γλίτωσε την τιμωρία. Οι Τύριοι, ωστόσο, φοβήθηκαν και έδεσαν τη βάση του ξύλινου αγάλματος του Απόλλωνα με χρυσές αλυσίδες, για να εμποδίσουν, όπως φαντάζονταν, την αποχώρηση του θεού από την πόλη.

[17,42] Μετὰ δὲ ταῦτα οἱ μὲν Τύριοι τὴν αὔξησιν τοῦ χώματος εὐλαβηθέντες ἐπλήρωσαν πολλὰ τῶν ἐλαττόνων σκαφῶν ὀξυβελῶν τε (καὶ) καταπελτῶν καὶ τοξοτῶν καὶ σφενδονητῶν ἀνδρῶν καὶ προσπλεύσαντες τοῖς ἐργαζομένοις τὸ χῶμα πολλοὺς μὲν κατέτρωσαν, οὐκ ὀλίγους δὲ ἀπέκτειναν· (2) εἰς ἀνόπλους γὰρ καὶ πυκνοὺς πολλῶν καὶ παντοίων βελῶν φερομένων οὐδεὶς ἡμάρτανεν, ἑτοίμων καὶ ἀφυλάκτων τῶν σκοπῶν κειμένων. Συνέβαινε γὰρ οὐ μόνον κατὰ πρόσωπον τὰ φερόμενα βέλη προσπίπτειν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὰ νῶτα τῶν ἀντιπροσώπων ὄντων ἐν στενῷ χώματι διικνεῖσθαι καὶ μηδένα δύνασθαι διαφυλάξασθαι τοὺς ἐξ ἀμφοτέρων τῶν μερῶν κατατιτρώσκοντας. (3) Ὁ δ' ᾿Αλέξανδρος τὸ παράλογον τῆς συμφορᾶς βουλόμενος ὀξέως διορθώσασθαι, πληρώσας πάσας τὰς ναῦς καὶ καθηγούμενος αὐτὸς ἔπλει κατὰ σπουδὴν ἐπὶ τὸν λιμένα τῶν Τυρίων καὶ τὴν ἐπάνοδον τῶν Φοινίκων ὑπετέμνετο. (4) Οἱ δὲ βάρβαροι φοβηθέντες μήποτε κυριεύσας τῶν λιμένων καταλάβηται τὴν πόλιν ἔρημον οὖσαν στρατιωτῶν, κατὰ πολλὴν σπουδὴν ἀνέπλεον εἰς τὴν Τύρον. Ἀμφοτέρων δὲ διὰ τὴν ὑπερβολὴν τῆς φιλοτιμίας ταῖς εἰρεσίαις πυκναῖς χρωμένων καὶ τῶν Μακεδόνων ἤδη πλησιαζόντων τοῖς λιμέσιν οἱ Φοίνικες παρ' ὀλίγον μὲν ἦλθον τοῦ πάντες ἀπολέσθαι, παρεισπεσόντες δ' ὅμως τῇ βίᾳ καὶ τὰς τελευταίας ναῦς ἀποβαλόντες διεσώθησαν εἰς τὴν πόλιν. (5) Ὁ δὲ βασιλεὺς μεγάλης ἐπιβολῆς ἀποτυχὼν πάλιν προσεκαρτέρει τῷ χώματι καὶ τῷ πλήθει τῶν νεῶν παρείχετο τοῖς ἐργαζομένοις τὴν ἀσφάλειαν. Τῶν δ' ἔργων πλησιαζόντων τῇ πόλει καὶ τῆς ἁλώσεως προσδοκωμένης ἀργέστης ἄνεμος μέγας ἐπεγένετο καὶ τοῦ χώματος πολὺ μέρος ἐλυμήνατο. (6) Ὁ δ' ᾿Αλέξανδρος εἰς ἀμηχανίαν ἐμπίπτων διὰ τὴν αὐτόματον τῶν ἔργων φθορὰν μετεμέλετο μὲν ἐπὶ τῇ τῆς πολιορκίας ἐπιβολῇ, ὅμως δὲ τῇ φιλοτιμίᾳ προαγόμενος ἐκ τῆς ὀρεινῆς ἐκκόπτων ὑπερμεγέθη δένδρα παρεκόμιζε καὶ σὺν αὐτοῖς τοῖς κλάδοις ἐγχώσας ἐνέφραξε τὴν βίαν τοῦ κλύδωνος. (7) Ταχὺ δ' ἀποκαταστήσας τὰ πεπονηκότα τοῦ χώματος καὶ τῇ πολυχειρίᾳ προκόψας εἰς βέλους ἄφεσιν ἐπέστησε τὰς μηχανὰς ἐπ' ἄκρον τὸ χῶμα καὶ τοῖς μὲν πετροβόλοις κατέβαλλε τὰ τείχη, τοῖς δ' ὀξυβελέσιν ἀνεῖργε τοὺς ἐπὶ τῶν ἐπάλξεων ἐφεστῶτας· συνηγωνίζοντο δὲ τούτοις οἵ τε τοξόται καὶ σφενδονῆται καὶ πολλοὺς τῶν ἐν τῇ πόλει παραβοηθοῦντας κατετίτρωσκον.

42. Οι Τύριοι, τώρα, ανησύχησαν σοβαρά με το προχώρημα της προβλήτας και γέμισαν πολλά από τα μικρότερα σκάφη με οξυβελείς και καταπέλτες, με τοξότες και σφενδονήτες, που πλησίαζαν τους εργαζόμενους στις προσχώσεις και σκότωναν πολλούς και τραυμάτιζαν περισσότερους. Διότι, όταν πολλά και ποικίλα βλήματα ρίχνονται πάνω σε αόπλους, κανένα δε χάνει τον στόχο του, έτσι όπως οι στόχοι βρίσκονται εκτεθειμένοι μπροστά τους. Τύχαινε, μάλιστα, τα βλήματα να μην τους βρίσκουν μόνο κατά μέτωπο αλλά και στα νώτα, γιατί οι άνθρωποι εργάζονταν και στις δυο πλευρές ενός μάλλον στενού αναχώματος, όπου κανείς δεν ήταν δυνατόν να φυλαχτεί από εκείνους που τους χτυπούσαν κι από τις δυο πλευρές. Ο Αλέξανδρος, θέλοντας να διορθώσει άμεσα την απρόβλεπτη συμφορά, επάνδρωσε όλα τα πλοία και πρώτος αυτός έβαλε πλώρη προς το λιμάνι των Τυρίων για να εμποδίσει την επιστροφή των Φοινίκων. Οι βάρβαροι φοβούμενοι μήπως κυριεύσει το λιμάνι και βρει την πόλη έρημη από υπερασπιστές, έβαλαν επίσης πλώρη ολοταχώς για την Τύρο. Κι ενώ κι οι δυο στην προσπάθεια τους είχαν πέσει στα κουπιά μ' όλη τους τη δύναμη κι οι Μακεδόνες πλησίαζαν ήδη στο λιμάνι, οι φοίνικες παρά λίγο να χαθούν όλοι, αλλά σε μια ύστατη προσπάθεια κι αφού έχασαν τα τελευταία πλοία πρόλαβαν και σώθηκαν στην πόλη. Ο βασιλιάς, που απέτυχε σ' αυτό το μεγάλο σχέδιο, παραφύλαγε στο ανάχωμα και με τον αριθμό των πλοίων παρείχε ασφάλεια στους εργαζομένους. Κι ενώ η προβλήτα κόντευε να φτάσει στην πόλη και αναμενόταν η άλωση, φύσηξε δυνατός βορειοδυτικός άνεμος και διέλυσε το μεγαλύτερο μέρος της επιχωμάτωσης. Ο Αλέξανδρος βρέθηκε σε εξαιρετικά δύσκολη θέση με τούτη την αυτόματη καταστροφή του έργου κι άρχισε να μετανιώνει για το σχέδιο της πολιορκίας, επικράτησε όμως το φιλότιμο κι έδωσε εντολή να κοπούν τα πελώρια δέντρα από τα βουνά, που μεταφέρονταν εκεί κι έτσι όπως ήταν ολόκληρα με τα κλαδιά τους τα έχωνε στις παρυφές του αναχώματος κι έκοβε την ορμή των κυμάτων. Αφού αποκατέστησε γρήγορα τις ζημιές της προβλήτας και την προχώρησε, χάρη στον αριθμό των εργαζομένων, σε απόσταση βολής, έστησε τις μηχανές του στην άκρη και με τους πετροβόλους καταπονούσε τα τείχη, ενώ με τους οξυβελείς αναχαίτιζε τους φρουρούς των επάλξεων. Μαζί αγωνίζονταν και οι τοξότες και οι σφενδονήτες, που χτυπούσαν και πλήγωναν πολλούς από τους υπερασπιστές της πόλης.

[17,43] Οἱ δὲ Τύριοι χαλκεῖς ἔχοντες τεχνίτας καὶ μηχανοποιοὺς κατεσκεύασαν φιλότεχνα βοηθήματα. Πρὸς μὲν γὰρ τὰ καταπελτικὰ βέλη τροχοὺς κατεσκεύασαν διειλημμένους πυκνοῖς διαφράγμασι, τούτους δὲ διά τινος μηχανῆς δινεύοντες τὰ μὲν συνέτριβον, τὰ δὲ παρέσυρον τῶν βελῶν, πάντων δὲ τὴν ἐκ τῆς βίας φορὰν ἐξέλυον· τοὺς δ' ἐκ τῶν πετροβόλων φερομένους λίθους δεχόμενοι μαλακαῖς τισι καὶ συνενδιδούσαις κατασκευαῖς ἐπράυνον τὴν ἐκ τῆς ὀργανικῆς βίας δύναμιν. (2) Ὁ δὲ βασιλεὺς ἅμα τῇ κατὰ τὸ χῶμα προσβολῇ παντὶ τῷ στόλῳ περιέπλει τὴν πόλιν καὶ τὰ τείχη περιεσκέπτετο καὶ φανερὸς ἦν πολιορκήσων τὴν πόλιν κατὰ γῆν ἅμα καὶ κατὰ θάλατταν. (3) Τῶν δὲ Τυρίων ἀνταναχθῆναι μὲν τῷ στόλῳ μηκέτι τολμώντων, τρισὶ δὲ ναυσὶν ὁρμούντων πρὸ τοῦ λιμένος ὁ βασιλεὺς ἐπιπλεύσας αὐταῖς καὶ πάσας συντρίψας ἐπανῆλθεν ἐπὶ τὴν ἰδίαν στρατοπεδείαν. Οἱ δὲ Τύριοι βουλόμενοι διπλασιάσαι τὴν ἀπὸ τῶν τειχῶν ἀσφάλειαν, ἀποστήσαντες πέντε πήχεις ἕτερον τεῖχος ᾠκοδόμουν δέκα πηχῶν τὸ πλάτος καὶ τὴν ἀνὰ μέσον τῶν τειχῶν σύριγγα λίθων καὶ χώματος ἐπλήρουν. (4) Ὁ δ' ᾿Αλέξανδρος τὰς τριήρεις ζευγνύων καὶ μηχανὰς παντοδαπὰς αὐταῖς ἐπιστήσας κατέβαλεν ἐπὶ πλέθρον τοῦ τείχους· καὶ διὰ τοῦ πτώματος εἰσέπιπτον εἰς τὴν πόλιν. (5) Οἱ δὲ Τύριοι τοὺς εἰσβιαζομένους πυκνοῖς βέλεσι βάλλοντες μόγις ἀπεστρέψαντο καὶ τὸ πεπτωκὸς μέρος τοῦ τείχους ἀνῳκοδόμησαν νυκτὸς ἐπιλαβούσης. Μετὰ δὲ ταῦτα τοῦ χώματος συνάψαντος τῷ τείχει καὶ τῆς πόλεως χερρονήσου γενομένης πολλοὺς καὶ μεγάλους ἀγῶνας συνέβαινε γίνεσθαι κατὰ τὴν τειχομαχίαν. (6) Οἱ μὲν γὰρ τὸ δεινὸν ἔχοντες ἐν ὀφθαλμοῖς καὶ τὴν ἐκ τῆς ἁλώσεως συμφορὰν ἀναλογιζόμενοι ταῖς ψυχαῖς οὕτω παρέστησαν πρὸς τὸν κίνδυνον ὥστε τοῦ θανάτου καταφρονῆσαι. (7) Τῶν γὰρ Μακεδόνων προσαγόντων πύργους ὑψηλοὺς ἴσους τοῖς τείχεσι καὶ διὰ τούτων τὰς ἐπιβάθρας ἐπιβαλλόντων καὶ θρασέως ταῖς ἐπάλξεσιν ἐπιβαινόντων οἱ μὲν Τύριοι διὰ τὴν ἐπίνοιαν τῶν ὀργανοποιῶν πολλὰ πρὸς τὴν τειχομαχίαν εἶχον βοηθήματα. (8) Χαλκευσάμενοι γὰρ εὐμεγέθεις τριόδοντας παρηγκιστρωμένους τούτοις ἔτυπτον ἐκ χειρὸς τοὺς ἐπὶ τῶν πύργων καθεστῶτας. Ἐμπηγνυμένων δὲ εἰς τὰς ἀσπίδας τούτων καὶ κάλους ἐχόντων προσδεδεμένους εἷλκον πρὸς ἑαυτοὺς ἐπιλαμβανόμενοι τῶν κάλων. (9) Ἀναγκαῖον οὖν ἦν ἢ προΐεσθαι τὰ ὅπλα καὶ γυμνουμένους τὰ σώματα κατατιτρώσκεσθαι πολλῶν φερομένων βελῶν ἢ τηροῦντας τὰ ὅπλα διὰ τὴν αἰσχύνην πίπτειν ἀφ' ὑψηλῶν πύργων καὶ τελευτᾶν. (10) Ἄλλοι δ' ἁλιευτικὰ δίκτυα τοῖς ἐπὶ τῶν ἐπιβαθρῶν διαμαχομένοις ἐπιρριπτοῦντες καὶ τὰς χεῖρας ἀχρήστους ποιοῦντες κατέσπων καὶ περιεκύλιον ἀπὸ τῆς ἐπιβάθρας ἐπὶ τὴν γῆν.

43. Οι Τύριοι, από την άλλη, που διέθεταν χαλκουργούς και μηχανικούς, είχαν ετοιμάσει έξυπνα αντιμέτρα. Για τα βέλη, δηλαδή, που εκσφενδόνιζαν οι οξυβελείς, είχαν τροχούς με πυκνές ακτίνες, τους οποίους περιέστρεφαν με κάποιο μηχανικό σύστημα κι από τα βέλη άλλα συντρίβονταν κι άλλα εξοστρακίζονταν, ενώ σε όλα κοβόταν η ορμή. Τους λίθους από τα πετροβόλα τους δέχονταν κάποια μαλακά και ελαστικά κατασκευάσματα που μείωναν την ορμή της εκτόξευσής τους. Ο βασιλιάς, όμως, παράλληλα με την επίθεση από την προβλήτα, περιέπλεε μ' ολόκληρο τον στόλο την πόλη και εξέταζε τα τείχη, κι ήταν φανερό πως σκόπευε να πολιορκήσει την πόλη από στεριά και από θάλασσα. Οι Τύριοι δεν τολμούσαν πλέον να ανοιχτούν με το στόλο τους και να τον αντιμετωπίσουν, είχαν όμως τρία πλοία αγκυροβολημένα μπρος απ' το λιμάνι. Ο βασιλιάς τους επιτέθηκε, τα συνέτριψε όλα και επανήλθε στο στρατόπεδό του. Θέλοντας οι Τύριοι να διπλασιάσουν την ασφάλεια που τους παρείχαν τα τείχη, άφησαν πέντε πήχεις κενό, οικοδόμησαν άλλο τείχος, πλάτους δέκα πήχεων, και γέμισαν το ενδιάμεσο διάστημα με πέτρες και χώμα. Ο Αλέξανδρος όμως έζευξε τις τριήρεις μεταξύ τους και τοποθετώντας πάνω τους μηχανές κάθε είδους κατάφερε να ρίξει το τείχος σε μήκος ενός πλέθρου κι από κει άρχισαν να μπαίνουν οι Μακεδόνες στην πόλη. Οι Τύριοι κατάφεραν την τελευταία στιγμή να αναχαιτίσουν τους εισβολείς ρίχνοντάς τους ασταμάτητα βέλη, κι όταν έπεσε η νύχτα ανοικοδόμησαν το μέρος του τείχους που είχε πέσει. Μετά από λίγο, όταν η προβλήτα άγγιξε το τείχος και η πόλη βρέθηκε χτισμένη σε χερσόνησο, λάβαιναν χώρα πολλοί και γενναίοι αγώνες κατά τις τειχομαχίες. Διότι έχοντας μπρος στα μάτια τους οι Τύριοι κι αναλογιζόμενοι τις συμφορές που θα τους έβρισκαν με την άλωση της πόλης, αντιμετώπιζαν τον κίνδυνο με τέτοια αποφασιστικότητα που περιφρονούσαν τον θάνατο. Όταν, λοιπόν, οι Μακεδόνες πλησίασαν πύργους ψηλούς, ίσους με τα τείχη κι από αυτούς έριχναν γεφυρώματα και περνούσαν με τόλμη στις επάλξεις, οι Τύριοι βρέθηκαν να έχουν πολλά βοηθήματα από την επινοητικότητα των μηχανικών τους. Κατασκεύασαν μεγάλες τρίαινες με αγκυλωτά δόντια και ρίχνοντάς τες με το χέρι χτυπούσαν όσους ανέβαιναν στους πύργους. Οι τρίαινες, που στην άκρη τους είχαν δεμένο σκοινί, μπήγονταν στις ασπίδες τους κι οι Τύριοι τους τραβούσαν προς το μέρος του από τα σκοινιά. Έπρεπε, λοιπόν, είτε να πετάξουν τις ασπίδες τους κι έτσι αφύλακτοι να χτυπηθούν από τα βέλη που έπεφταν βροχή ή να κρατήσουν τα όπλα τους από ντροπή και να πέσουν να τσακιστούν από τους ψηλούς πύργους. Άλλοι έριχναν αλιευτικά δίχτυα πάνω σ' εκείνους που μάχονταν στα γεφυρώματα, αχρηστεύοντας τους τα χέρια, τους τράβαγαν και τους πέταγαν κάτω από το γεφύρωμα.

[17,44] Ἕτερον δ' ἐπενόησαν εὕρεμα φιλότεχνον κατὰ τῆς τῶν Μακεδόνων ἀνδρείας, δι' οὗ τοὺς ἀρίστους τῶν πολεμίων ἀμηχάνοις καὶ δειναῖς περιέβαλον τιμωρίαις. κατασκευάσαντες γὰρ ἀσπίδας χαλκᾶς καὶ σιδηρᾶς καὶ ταύτας πληρώσαντες ἄμμου φλογὶ πολλῇ συνεχῶς ὑπέκαιον καὶ διάπυρον κατεσκεύαζον τὴν ἄμμον. (2) Ταύτην δὲ διά τινος μηχανῆς τοῖς θρασύτατα μαχομένοις ἐπερρίπτουν καὶ ταῖς ἐσχάταις συμφοραῖς περιέβαλλον τοὺς ὑποπεσόντας· διὰ γὰρ τῶν θωράκων καὶ τῶν ὑποδυτῶν παρεισπίπτουσα ἡ ἄμμος καὶ διὰ τὴν ὑπερβολὴν τῆς θερμασίας λυμαινομένη τὰς σάρκας ἀβοήθητον ἐποίει τὸ ἀτύχημα. (3) Διὸ καὶ παραπλησίως τοῖς βασανιζομένοις πᾶσαν δεητικὴν φωνὴν προϊέμενοι τοὺς μὲν ἐπικουρήσοντας οὐκ εἶχον, αὐτοὶ δὲ διὰ τὴν δεινότητα τοῦ πάθους εἰς μανιώδεις διαθέσεις ἐμπίπτοντες ἐτελεύτων, ἐλεεινῷ καὶ ἀμηχάνῳ πάθει περιπίπτοντες. (4) Ἅμα δὲ καὶ πῦρ ἐπερρίπτουν καὶ σαυνία καὶ λίθους ἐπέβαλλον οἱ Φοίνικες καὶ τῷ πλήθει τῶν βελῶν κατεπόνουν τὰς ἀρετὰς τῶν ἀνθισταμένων καὶ ταῖς μὲν δρεπανηφόροις κεραίαις τὰς τῶν κριῶν ὁρμιστηρίας ὑποτέμνοντες ἄχρηστον τὴν τῶν ὀργάνων βίαν ἐποίουν, ταῖς δὲ πυρφόροις μύδρους μεγάλους διαπύρους ἐπέβαλλον εἰς τὸ πλῆθος τῶν πολεμίων καὶ διὰ τὴν πυκνότητα τῶν ἀνδρῶν οὐχ ἡμάρτανον τῶν σκοπῶν, τοῖς δὲ κόραξι καὶ ταῖς σιδηραῖς χερσὶν ἀνήρπαζον τοὺς τοῖς θωρακείοις ἐφεστῶτας. (5) Τῇ δὲ πολυχειρίᾳ πάσας τὰς μηχανὰς ἐνεργεῖς ποιοῦντες πολλοὺς τῶν βιαζομένων ἀπέκτεννον.

44. Οι Τύριοι επινόησαν κι άλλη πρωτότυπη μέθοδο έναντι της ανδρείας των Μακεδόνων, με την οποία αχρήστευαν τους πιο επικίνδυνους και τους υπέβαλλαν στο χειρότερο βασανιστήριο. Έφτιαξαν, δηλαδή, χάλκινες και σιδερένιες ασπίδες, τις γέμισαν με άμμο κι από κάτω είχαν φωτιά που πυράκτωνε την άμμο. Έτσι πυρακτωμένη την έριχναν, με κάποιο μηχανικό σύστημα, στους πλέον προωθημένους μαχητές και όσους πετύχαιναν τους βύθιζαν στην έσχατη συμφορά, διότι η άμμος εισχωρούσε μέσα από τον θώρακα και το χιτώνιο και καυτή όπως ήταν κατάκαιγε τη σάρκα, χωρίς να υπάρχει τρόπος για τα θύματα ν' απαλλαγούν από το κακό. Γι' αυτό και φώναζαν και παρακαλούσαν, σαν να τους βασάνιζαν, χωρίς να μπορεί να τους βοηθήσει κανείς. Το φρικτό αυτό βασανιστήριο τους έφερνε τρέλα και πέθαιναν αβοήθητοι από το οικτρό μαρτύριο. Οι φοίνικες, ταυτόχρονα, έριχναν από πάνω ακόντια και πέτρες και με το πλήθος των βλημάτων δοκίμαζαν τις αντοχές των μαχητών, ενώ έκοβαν με μακριά δρεπανηφόρα κοντάρια τα σχοινιά εξάρτησης των κριών και αχρήστευαν την ορμή τους. Με τους πυρφόρους, επίσης, εκτόξευαν μεγάλους διάπυρους μύδρους στις τάξεις των εχθρών, που λόγω της πυκνότητας τους έδιναν βέβαιο στόχο, ενώ με τους γάντζους και τις σιδερένιες άρπαγες άρπαζαν τους αγωνιστές από τα θωράκια των πύργων. Καθώς είχαν πολλά χέρια στη διάθεση τους, χρησιμοποιούσαν όλες τους τις μηχανές και προκαλούσαν βαριές απώλειες στους πολιορκητές.

[17,45] Ἀνυπερβλήτου δὲ τῆς ἐκπλήξεως οὔσης καὶ τῆς ἐν τοῖς ἀγῶσι δεινότητος ἀνυποστάτου γινομένης οὐδ' ὣς ἔληγον τῆς τόλμης οἱ Μακεδόνες, ἀλλὰ τοὺς ἀεὶ πίπτοντας ὑπερβαίνοντες οὐκ ἐνουθετοῦντο ταῖς τῶν ἄλλων συμφοραῖς. (2) Ὁ δ' ᾿Αλέξανδρος ἐπιστήσας ἐπὶ τοὺς ἁρμόζοντας τόπους τοὺς πετροβόλους καταπέλτας καὶ λίθους μεγάλους ἀφιεὶς ἐσάλευε τὰ τείχη, τοῖς δ' ὀξυβελέσιν ἀπὸ τῶν πύργων τῶν ξυλίνων ἐκβάλλων βελῶν παντοδαπῶν πλῆθος δεινῶς κατετίτρωσκε τοὺς ἐφεστῶτας τοῖς τείχεσιν. (3) Ἀντιμηχανώμενοι δὲ πρὸς ταῦτα οἱ Τύριοι πρὸ μὲν τῶν τειχῶν μαρμαρίνους τροχοὺς ἵστανον καὶ διά τινων ὀργάνων τούτους δινεύοντες τὰ φερόμενα βέλη καταπελτικὰ συνέτριβον καὶ εἰς τὰ πλάγια μέρη παράγοντες ἀπράκτους ἐποίουν τὰς τῶν ἀφιεμένων πληγάς. (4) Πρὸσδὲ τούτοις βύρσας καὶ διπλᾶς διφθέρας πεφυκωμένας καταράπτοντες εἰς ταύτας ἀπεδέχοντο τὰς ἀπὸ τῶν πετροβόλων πληγάς· καὶ μαλακῆς τῆς ἐνδόσεως γινομένης ἐξελύετο τῶν φερομένων πετρῶν ἡ βία. (5) Καθόλου δὲ οἱ Τύριοι πάντα τρόπον εὐρώστως ἀμυνόμενοι καὶ κατευποροῦντες τοῖς βοηθήμασι κατεθάρρησαν τῶν πολεμίων καὶ τὸ τεῖχος καὶ τὰς ἐντὸς τῶν πύργων στάσεις ἀπολιπόντες ἐπ' αὐτὰς ὠθοῦντο τὰς ἐπιβάθρας καὶ ταῖς τῶν πολεμίων ἀνδραγαθίαις ἀντέταττον τὰς ἑαυτῶν ἀρετάς. (6) Διὸ καὶ συμπλεκόμενοι τοῖς πολεμίοις καὶ τὴν μάχην ἐκ χειρὸς συνιστάμενοι μέγαν ἀγῶνα τὸν ὑπὲρ τῆς πατρίδος συνίσταντο καί τινες πελέκεσι τῶν ἀπαντώντων τὸ προσπεσὸν μέρος τοῦ σώματος ἀπέκοπτον· ἔνθα δὴ τῶν παρὰ τοῖς Μακεδόσιν ἡγεμόνων τις, ὄνομα μὲν ῎Αδμητος, διαφέρων δὲ ἀνδρείᾳ καὶ σώματος ῥώμῃ, τεθαρρηκὼς τὴν βίαν τῶν Τυρίων ὑπέστη καὶ πληγεὶς πελέκει μέσην τὴν κεφαλὴν παραχρῆμα κατέστρεψε τὸν βίον ἡρωικῶς. (7) Ὁ δ' ᾿Αλέξανδρος ὁρῶν τῇ μάχῃ (τῶν Τυρίων) κατισχυομένους τοὺς Μακεδόνας ἀνεκαλέσατο τῇ σάλπιγγι τοὺς στρατιώτας νυκτὸς ἤδη γενομένης. Καὶ τὸ μὲν πρῶτον ἔκρινε λῦσαι τὴν πολιορκίαν καὶ τὴν στρατείαν ἐπὶ τὴν Αἴγυπτον ποιεῖσθαι· μετανοήσας δὲ πάλιν καὶ νομίσας αἰσχρὸν εἶναι παραχωρῆσαι Τυρίοις τῆς κατὰ τὴν πολιορκίαν δόξης καὶ τῶν φίλων ἕνα μόνον ὁμογνωμονοῦντα λαβὼν ᾿Αμύνταν τὸν ᾿Ανδρομένους πάλιν πρὸς τὴν πολιορκίαν ἐτρέπετο.

45. Ο τρόμος βρισκόταν στο απώγειό του και η φρίκη της μάχης γινόταν αβάσταχτη. Οι Μακεδόνες, ωστόσο, δεν εννοούσαν να εγκαταλείψουν τον αγώνα· αντιθέτως, περνούσαν ατρόμητοι πάνω από τους πεσόντες χωρίς να πτοούνται από τις συμφορές των συντρόφων τους. Παράλληλα ο Αλέξανδρος, έχοντας στήσει στα κατάλληλα σημεία τους πετροβόλους καταπέλτες, έσειε τα τείχη με τα πελώρια λιθάρια που εκσφενδόνιζαν, ενώ με τους οξυβελείς καταπέλτες στις επάλξεις των ξύλινων πύργων και με τον καταιγισμό των βελών που έριχναν αποδεκάτιζε τους υπερασπιστές του τείχους. Ως αντίμετρο οι Τύριοι τοποθετούσαν μπρος απ' τις επάλξεις μαρμάρινους τροχούς και περιστρέφοντάς τους με κάποιο σύστημα σύντριβαν τα καταπελτικά βέλη που έρχονταν με ορμή ή τα εξοστράκιζαν προς τα πλάγια καθιστώντας τις βολές των καταπελτών αναποτελεσματικές. Εκτός τούτων, έραβαν προβιές ή διπλά κατεργασμένα δέρματα παραγεμισμένα με φύκια κι αυτά δέχονταν τις βολές από τους πετροβόλους, διότι καθώς τα δέρματα ήταν ελαστικά απορροφούσαν την ορμή των λιθαριών που έπεφταν πάνω τους. Γενικά, οι Τύριοι αμύνονταν σθεναρά με κάθε τρόπο. Έχοντας, μάλιστα, στη διάθεση τους άφθονα πολεμικά μέσα πήραν τον αέρα των εχθρών και παρατώντας το τείχος και τις θέσεις τους στις επάλξεις ανέβαιναν στα γεφυρώματα και αντέτασσαν στις γενναιότητα των αντιπάλων τη δική τους ανδρεία. Έτσι, λοιπόν, στις συμπλοκές τους με τους εχθρούς μάχονταν σώμα με σώμα κι έδιναν τον μεγάλο αγώνα για τη σωτηρία της πατρίδας τους, ενώ μερικοί με τους πελέκεις στο χέρι έκοβαν όποιο σημείο του αντιπάλου βρισκόταν μπροστά τους. Τότε ήταν που ένας αξιωματικός των Μακεδόνων, ονόματι Άδμητος, ξεχωριστός για την ανδρεία και τη σωματική του ρώμη, αντιμετώπισε με θάρρος την ορμή των Τυρίων και σκοτώθηκε ηρωικά, χτυπημένος μ' έναν πέλεκυ στη μέση του κεφαλιού. Ο Αλέξανδρος, βλέποντας τους Τυρίους να υπερισχύουν των Μακεδόνων στη μάχη, ανακάλεσε τους στρατιώτες με τη σάλπιγγα, καθώς έπεφτε κι η νύχτα. Τότε, αποφάσισε να λύσει την πολιορκία και να συνεχίσει την εκστρατεία για την Αίγυπτο, αλλά πάλι μετάνιωσε και θεώρησε ντροπή να παραχωρήσει στους Τυρίους τη δόξα της πολιορκίας και ξαναπήρε την απόφαση να συνεχίσει την πολιορκία, παρόλο που ένας μόνο από τους φίλους, ο Αμύντας του Ανδρομένους, συμφώνησε μαζί του.

[17,46] Παρακαλέσας δὲ τοὺς Μακεδόνας ἑαυτοῦ μὴ λειφθῆναι κατ' ἀνδρείαν ἁπάσας τὰς ναῦς πολεμικῶς κατασκευάσας προσέβαλλε τοῖς τείχεσιν ἐκθύμως κατὰ γῆν ἅμα καὶ κατὰ θάλατταν. Κατανοήσας δὲ περὶ τὰ νεώρια τὸ τεῖχος ἀσθενέστερον ὑπάρχειν τούτῳ προσήγαγε τὰς τριήρεις ἐζευγμένας καὶ φερούσας τὰς ἀξιολογωτάτας μηχανάς. (2) Ἐνταῦθα δὲ ἐτόλμησεν ἐπιτελέσασθαι πρᾶξιν οὐδ' αὐτοῖς τοῖς ὁρῶσι πιστευομένην· ἐπιβάθραν γὰρ ἀπὸ τοῦ ξυλίνου πύργου τοῖς τῆς πόλεως τείχεσιν ἐπιβαλὼν διὰ ταύτης μόνος ἐπέβη τῷ τείχει, οὔτε τὸν ἀπὸ τῆς τύχης φθόνον εὐλαβηθεὶς οὔτε τὴν τῶν Τυρίων δεινότητα καταπλαγείς, ἀλλὰ τὴν καταγωνισαμένην τοὺς Πέρσας δύναμιν ἔχων θεωρὸν τῆς ἰδίας ἀνδραγαθίας τοῖς μὲν ἄλλοις Μακεδόσιν ἀκολουθεῖν προσέταξεν, αὐτὸς δὲ καθηγούμενος τῶν εἰς χεῖρας βιαζομένων τοὺς μὲν τῷ δόρατι, τοὺς δὲ τῇ μαχαίρᾳ τύπτων ἀπέκτεινεν, ἐνίους δ' αὐτῇ τῇ περιφερείᾳ τῆς ἀσπίδος ἀνατρέπων ἐπισχεῖν τοῦ πολλοῦ θράσους ἐποίησε τοὺς πολεμίους. (3) Ἅμα δὲ τούτοις πραττομένοις καθ' ἕτερον μέρος ὁ κριὸς τύπτων κατέβαλε πολὺ μέρος τοῦ τείχους· διὰ δὲ τοῦ πτώματος εἰσπεσόντων τῶν Μακεδόνων καὶ τῶν περὶ τὸν ᾿Αλέξανδρον διὰ τῆς ἐπιβάθρας διαβάντων ἐπὶ τὸ τεῖχος ἡ μὲν πόλις κατείληπτο, οἱ δὲ Τύριοι πρὸς ἀλκὴν τραπέντες καὶ παρακαλέσαντες ἀλλήλους ἐνέφραξαν τοὺς στενωποὺς καὶ μαχόμενοι πλὴν ὀλίγων ἅπαντες κατεκόπησαν, ὄντες πλείους τῶν ἑπτακισχιλίων. (4) Ὁ δὲ βασιλεὺς τέκνα μὲν καὶ γυναῖκας ἐξηνδραποδίσατο, τοὺς δὲ νέους πάντας, ὄντας οὐκ ἐλάττους τῶν δισχιλίων, ἐκρέμασε. Σώματα δ' αἰχμάλωτα τοσαῦτα τὸ πλῆθος εὑρέθη ὥστε τῶν πλείστων εἰς Καρχηδόνα κεκομισμένων τὰ ὑπολειφθέντα γενέσθαι πλείω τῶν μυρίων καὶ τρισχιλίων. (5) Τύριοι μὲν οὖν γενναιότερον μᾶλλον ἢ φρονιμώτερον ὑποστάντες τὴν πολιορκίαν τοσαύταις περιέπεσον συμφοραῖς, πολιορκηθέντες μῆνας ἑπτά. (6) Ὁ δὲ βασιλεὺς τοῦ μὲν ᾿Απόλλωνος τὰς χρυσᾶς σειρὰς καὶ τὰ δεσμὰ περιελόμενος παρήγγειλεν ὀνομάζειν τὸν θεὸν τοῦτον ᾿Απολλὼ φιλαλέξανδρον, τῷ δὲ ῾Ηρακλεῖ μεγαλοπρεπεῖς θυσίας συντελέσας καὶ τοὺς ἀνδραγαθήσαντας τιμήσας, ἔτι δὲ τοὺς τετελευτηκότας μεγαλοπρεπῶς θάψας τῆς μὲν Τυρίων πόλεως κατέστησε βασιλέα τὸν ὀνομαζόμενον Βαλώνυμον [...]

46. Εξόρκισε, λοιπόν, τους Μακεδόνες να μην υστερήσουν σε ανδρεία από τον ίδιο, μετέτρεψε όλα τα πλοία σε πολεμικά κι άρχισε να χτυπάει με μανία τα τείχη από ξηρά και θάλασσα. Όταν αντιλήφθηκε ότι το τείχος ήταν ασθενέστερο προς τη μεριά των νεωρίων, έφερε κοντά τις τριήρεις συζευγμένες και πάνω τους τοποθετημένες τις ισχυρότερες πολιορκητικές μηχανές. Εδώ τόλμησε να προβεί σε μια πράξη που δεν την πίστευαν ούτ' εκείνοι που την έβλεπαν. Στήριξε γεφύρωμα από τον ξύλινο πύργο στο τείχος της πόλης και περνώντας απ' αυτό ανέβηκε μόνος του στο τείχος, χωρίς να φοβηθεί τον φθόνο της τύχης ή να διστάσει μπρος στη μαχητικότητα των Τυρίων, αλλά μπρος στα μάτια των αντρών που είχαν νικήσει τους Πέρσες πρόσταξε τους Μακεδόνες να τον ακολουθήσουν, ενώ μπροστά ο ίδιος οδηγός σκότωνε όσους βγήκαν να τον αναχαιτίσουν, άλλους με το δόρυ κι άλλους με τη μάχαιρα, ενώ άλλους ανέτρεπε ακόμα και με την άκρη της ασπίδας του, σπάζοντας έτσι το ηθικό του εχθρού. Κι ενώ γίνονταν αυτά, σε άλλο σημείο της πόλης, από τα χτυπήματα του κριού γκρεμίστηκε ένα μεγάλο μέρος του τείχους. Οι εκεί Μακεδόνες εισόρμησαν από το άνοιγμα, ενώ ο Αλέξανδρος κι οι άντρες του περνούσαν στο τείχος από το γεφύρωμα, και η πόλη καταλήφθηκε. Οι Τύριοι, αποφασισμένοι να αντισταθούν μέχρι τέλους και προτρέποντας ο ένας τον άλλο, έφραξαν τα στενά της πόλης, έδωσαν την ύστατη μάχη και σκοτώθηκαν όλοι, πλην ολίγων, όντας πάνω από επτά χιλιάδες. Ο βασιλιάς εξανδραπόδισε γυναίκες και παιδιά και κρέμασε όλους τους νέους που δεν ήταν λιγότεροι από δυο χιλιάδες. Μολονότι οι περισσότεροι από τον άμαχο πληθυσμό είχαν μεταφερθεί στην Καρχηδόνα, βρέθηκαν πάνω από δεκατρείς χιλιάδες άμαχοι που αιχμαλωτίστηκαν. Οι Τύριοι, λοιπόν, που αντιμετώπισαν την πολιορκία με γενναιότητα μάλλον παρά με σύνεση, έπεσαν σε τόσες συμφορές, μετά από πολιορκία επτά μηνών. Ο βασιλιάς έβγαλε τις χρυσές αλυσίδες και τα δεσμά από τον Απόλλωνα και όρισε να ονομάζεται τούτος ο θεός στο εξής Φιλαλέξανδρος Απόλλων. Πρόσφερε μεγαλόπρεπες θυσίες στον Ηρακλή, τίμησε όσους ανδραγάθησαν και έθαψε με μεγαλοπρέπεια τους νεκρούς. Στην πόλη των Τυρίων έβαλε βασιλιά τον Βαλλώνυμο, […]

αρχή


Το κείμενο από το: HODOI, Du texte à l'hypertexte

Η μετάφραση είναι αντιγραμμένη από τη σειρά «ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ» των εκδόσεων Οδυσσέας Χατζόπουλος.

 

© Γιάννης Παπαθανασίου